BREAKING NEWS
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικότητες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικότητες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Ο θρυλικός επαναστάτης που ενέπνευσε τους Anonymous και το «V for Vendetta»

Ο θρυλικός επαναστάτης που ενέπνευσε τους Anonymous και το «V for Vendetta»

Είναι ίσως η διασημότερη μάσκα του κόσμου, μετά από εκείνες των υπερηρώων. Σε αντίθεση με αυτές των Spiderman και Batman όμως, η συγκεκριμένη έχει ιστορικές καταβολές. Κι ας επινοήθηκε (και) αυτή για τις ανάγκες ενός κόμικ.

Ο περίφημος χαμογελαστός άνδρας με το ιδιότυπο μούσι, που υιοθετήθηκε από τους Anonymous ως έμβλημα της οργάνωσης τους, αναπαριστά το πρόσωπο του Βρετανού αντικομφορμιστή Γκάι Φοκς, ο οποίος στις 5 Νοεμβρίου του 1605 θα επιχειρούσε να ανατινάξει το βρετανικό Κοινοβούλιο.

Η μάσκα με το προσωπείο του εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 στην Αγγλία, την εποχή δηλαδή του σκληρού συντηρητισμού της Μάργκαρετ Θάτσερ. Τότε δύο νεαροί, ο συγγραφέας Άλαν Μουρ και ο σχεδιαστής Ντέιβιντ Λόιντ εξέδωσαν μια εικονογραφημένη ιστορία -κόμικς- μέσω της οποίας βροντοφώναζαν την επαναστατική τους διάθεση.

Ο θρυλικός επαναστάτης που ενέπνευσε τους Anonymous και το «V for Vendetta»

Ο θρυλικός επαναστάτης που ενέπνευσε τους Anonymous και το «V for Vendetta»
Η ονομασία αυτού, «V for Vendetta». Η υπόθεση διαδραματιζόταν στη Βρετανία του κοντινού μέλλοντος, όπου ένας φασιστικών προδιαγραφών δικτάτορας, εκμεταλλευόμενος τη δύναμη της τηλεόρασης και την τρομολαγνεία, έχει επιβάλει ένα καθεστώς φόβου και ανασφάλειας, ενώ ένας μυστηριώδης μασκοφόρος που αυτοαποκαλείται «V» προσπαθεί να καταλύσει το ολοκληρωτικό αυτό καθεστώς.

Το φανταστικό σενάριο έγινε παγκοσμίως γνωστό μέσα από την εξίσου επιτυχημένη ομότιτλη κινηματογραφική διασκευή του 2005, σε σκηνοθεσία Τζέιμς ΜακΤιγκ.

Το «V for Vendetta» λοιπόν, βασίστηκε στο κόμικς (αν και ο Μουρ, απογοητευμένος με τις κινηματογραφικές μεταφορές των κόμικ του From Hell και The League of Extraordinary Gentlemen, διαχώρισε τον εαυτό του από την ταινία εξαιτίας και της μη συμμετοχής του στη συγγραφή του σεναρίου ή τη σκηνοθεσία), το οποίο είναι εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα.

Ο πρωταγωνιστής της ταινίας Χιούγκο Γουίβινγκ υποδύεται έναν εκδικητή που φοράει διαρκώς μια μάσκα με το προσωπείο του Γκάι Φοκς. Ενός ήρωα της βρετανικής κουλτούρας, μέλος μιας ομάδας καθολικών συνωμοτών, οι οποίοι οργάνωσαν τη «Συνωμοσία της Πυρίτιδας» το Νοέμβριο του 1605. Στόχος τους να βάλουν μπουρλότο στον απολυταρχισμό.

Ο θρυλικός επαναστάτης που ενέπνευσε τους Anonymous και το «V for Vendetta»
Η Συνωμοσία είχε οργανωθεί ως αντίδραση στην τυραννική βασιλεία του Ιακώβου Α’ και στα σκληρά μέτρα του Προτεστάντη βασιλιά απέναντι στους καθολικούς. Περιλάμβανε όχι μόνο την απόπειρα της δολοφονίας του αλλά και σύσσωμης της άρχουσας τάξης, με την ανατίναξη του Παλατιού του Γουέστμινστερ, που στέγαζε το Βρετανικό Κοινοβούλιο.

Η απόπειρα θα γινόταν στις 5 Νοεμβρίου 1605, ημέρα κατά την οποία ο βασιλιάς θα απευθυνόταν σε μια διευρυμένη συνέλευση της Βουλής των Λόρδων και της Βουλής των Κοινοτήτων. Το χτύπημα κατά της Αριστοκρατίας επρόκειτο να είναι συντριπτικό και οι συνέπειες του κοσμογονικές στη ροή της ιστορίας. Στο Παλάτι θα βρισκόταν εκείνη την ημέρα το σύνολο των μελών της ευγενούς τάξης και της πολιτικής ηγεσίας.

Οι συνωμότες βρήκαν ένα κελάρι κάτω από το κτίριο της Βουλής των Λόρδων και μέχρι το Μάρτιο του 1605, είχαν συγκεντρώσει 36 βαρέλια πυρίτιδας, τα οποία και θα ανατίναζαν για να εφαρμόσουν το σχέδιο τους.

Ο εγκέφαλος της Συνωμοσίας δεν ήταν ο Φοκς, όπως λανθασμένα αναφέρεται συχνά. Το σχέδιο για την ανατροπή του σκληροπυρηνικού Προτεστάντη βασιλιά το εμπνεύστηκε ένας δυναμικός Καθολικός, ο Ρόμπερτ Κέιτσμπι, όταν διαπίστωσε ότι οι Καθολικοί κινδυνεύουν να γίνουν πολίτες δεύτερης κατηγορίας μέσα στην ίδια τους την πατρίδα.

Ήταν η εποχή των ακραίων διωγμών, όταν ο Προτεσταντισμός υιοθετήθηκε στην Αγγλία. O Κέιτσμπι στόχευε να προκαλέσει ένα χάος, αποσκοπώντας σε λαϊκή εξέγερση και σε άνοδο στο θρόνο της 9χρονης κόρης του Ιάκωβου, Ελισάβετ, που όλως παραδόξως ήταν Καθολική.
Οι ιστορικοί τον περιγράφουν ως ένα θρησκευτικό ζηλωτή, μια χαρισματική προσωπικότητα, με μεγάλη ικανότητα στην άσκηση επιρροής. Μεταξύ των 11 ανδρών που στρατολόγησε και μύησε στο σχέδιο του ήταν και ο Γκάι Φοκς. Ο 35χρονος τότε σκληρός Καθολικός θα αναλάμβανε, ως πρώην στρατιωτικός, με 10ετη πολεμική εμπειρία, το επιχειρησιακό σκέλος της συνωμοσίας.

Ο θρυλικός επαναστάτης που ενέπνευσε τους Anonymous και το «V for Vendetta»

Δεν πρόλαβε όμως να πυροδοτήσει τα εκρηκτικά. Η συνωμοσία αποκαλύφθηκε στις 26 Οκτωβρίου, όταν μια ανώνυμη επιστολή έφθασε στα χέρια του Καθολικού βουλευτή Λόρδου Μόντιγκλ.

Τον προειδοποιούσε να μην βρεθεί στο Κτίριο την 5η Νοεμβρίου διότι θα διέτρεχε κίνδυνο η ζωή του. Η βασική θεωρία είναι ότι εστάλη από τον συνωμότη Φράνσις Τρίσμαν, ξάδερφο του Κέιτσμπι και γαμπρό του Λόρδου Μόντιγκλ. Εικάζεται επίσης ότι ο τελευταίος τη γνωστοποίησε στην κυβέρνηση για να κερδίσει την εύνοια του βασιλιά.

Αμέσως ξεκίνησε η διενέργεια ερευνών στις υπόγειες σήραγγες, κάτω από τη Βουλή. Οι αρχές ανακάλυψαν το κελάρι και στις 4 Νοεμβρίου συνέλαβαν επ’ αυτοφώρω τον Γκάι Φοκς, να περιφρουρεί τα 36 βαρέλια με την πυρίτιδα.
Αυτός είναι και ο λόγος που έμεινε στην ιστορία ως η κεντρική φιγούρα του «Gunpowder». Ήταν αυτός που συνελήφθη πρώτος και από το βασανισμό του οποίου ξετυλίχθηκε το κουβάρι της επιχείρησης.

Το πρωί της 5ης Νοεμβρίου ο Φοκς οδηγήθηκε ενώπιον του βασιλιά. Δήλωσε ότι ονομάζεται «Τζον Τζόνσον» και ότι είχε δράσει χωρίς συνεργούς, αλλά κανείς δεν τον πίστεψε. O βασιλιάς διέταξε να βασανιστεί φριχτά στο διαβόητο Πύργο του Λονδίνου, όπου υπήρχε ο κατάλληλος εξοπλισμός. Ύστερα από δύο ημέρες ο Φοκς «έσπασε», αποκαλύπτοντας το σχέδιο και τα ονόματα των περισσότερων συνεργών του.

Θρυλείται ότι σε ένα από τα βασανιστήρια τον έδεσαν σε ένα κρεβάτι χειροπόδαρα με δερμάτινα λουριά και τον τραβούσαν μέχρι να σκιστούν οι μύες και να εξαρθρωθούν τα άκρα του. Καθώς και ότι η αρχική αντίδραση του στους βασανιστές του ήταν ένα πλατύ χαμόγελο. Εξ ου και η γελαστή έκφραση που έχει η λευκή μάσκα που τον απεικονίζει σήμερα.

Ο θρυλικός επαναστάτης που ενέπνευσε τους Anonymous και το «V for Vendetta»

Η προσπάθεια των συνωμοτών να διαφύγουν από το Λονδίνο κατέληξε σε αποτυχία. Οι κινήσεις τους έγιναν αντιληπτές από τις αρχές και κατά την καταδίωξή τους, σκοτώθηκε σε ανταλλαγή πυρών, ο Κέιτσμπι και ένας ακόμη, ο Τόμας Πέρσι. Όλοι οι υπόλοιποι συνελήφθησαν.
Οι «Συνωμότες της Πυρίτιδας», όπως έμειναν στην ιστορία, δικάστηκαν στις 27 Ιανουαρίου του 1606 και καταδικάσθηκαν σε θάνατο. Απέναντι από το κτίριο που σκόπευαν να ανατινάξουν, στήθηκε μια εξέδρα και ένας-ένας απαγχονίζονταν και διαμελίζονταν για παραδειγματισμό.

Τελευταίος προς εκτέλεση έμεινε ο Φοκς, ο οποίος όμως κατά τη μεταφορά του στην εξέδρα, είτε έχοντας χάσει τον έλεγχο των άκρων του, είτε για να αποφύγει το τελικό μαρτύριο έπεσε με το κεφάλι και έσπασε τον αυχένα του. ο βασιλιάς ενοχλημένος, διέταξε να κατακρεουργηθεί το σώμα του και να αποσταλούν τα κομμάτια απ’ άκρη σε άκρη σε όλο το βασίλειο, για να υποδηλώνουν την «τύχη των προδοτών».

Από το ίδιο έτος κιόλας καθιερώθηκε η 5η Νοεμβρίου ως ημέρα εορτασμού της σωτηρίας του βασιλιά και επικράτησης της Μοναρχίας. Με τα χρόνια όμως η «ερμηνεία» της άλλαξε ολοκληρωτικά. Εξελίχθηκε σε επέτειος – σύμβολο κατά της τυρρανίας οποιασδήποτε μορφής.
Σήμερα η γιορτή είναι γνωστή με την ονομασία «Νύχτα του Γκάι Φοκς» η «Νύχτα της Συνωμοσίας της Πυρίτιδας». Κατά τον εορτασμό της, πλήθος πυροτεχνημάτων φωτίζουν τον ουρανό, ενώ συνηθίζεται σε όλη την επικράτεια της Βρετανίας να καίγονται ομοιώματα του Γκάι Φοκς.

Ο θρυλικός επαναστάτης που ενέπνευσε τους Anonymous και το «V for Vendetta»

Η αποτυχημένη απόπειρα του Φοκς ενέπνευσε πολλά στιχάκια της λαϊκής παράδοσης, με πιο διάσημο το εξής: «Remember, remember, the fifth of November, The Gunpowder treason and plot! For I see no reason why the gunpowder treason Should ever be forgot» («Θυμήσου, θυμήσου την 5η Νοέμβρη, Την προδοσία της πυρίτιδας και της συνωμοσίας! Δεν βρίσκω το λόγο γιατί η προδοσία της πυρίτιδας πρέπει ποτέ να ξεχαστεί»).
Ο Τζον Λένον στο άλμπουμ του John Lennon/Plastic Ono Band του 1970 χρησιμοποιεί ως τελευταίο στίχο το «Remember, remember, the 5th of November» στο τραγούδι με τίτλο «Remember» και αμέσως μετά τους στίχους αυτούς ακούγεται μια έκρηξη.

Οι πιο διάσημοι… νοσταλγοί εκείνης της νύχτας δεν είναι άλλοι από τους Anonymous. H διεθνής ομάδα των «χακτιβιστών», που έριξε το Σαββατοκύριακο τις ιστοσελίδες των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και της Τράπεζας της Ελλάδας (εκτοξεύοντας νέες απειλές κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων), δεν βρίσκουν εμπράκτως κανένα λόγο για να… ξεχαστεί η προδοσία της πυρίτιδας.

Ο θρυλικός επαναστάτης που ενέπνευσε τους Anonymous και το «V for Vendetta»

Είναι οι σύγχρονοι θεματοφύλακες του πνεύματος της 5ης Νοεμβρίου και απ’ ότι φαίνεται όλο και περισσότερος κόσμος ενώνει μαζί τους το χαμόγελο του(ς), περιμένοντας το σύνθημα για πυροδότηση.


via

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

Τον Μιχάλη Δερτούζο τιμάει σήμερα η Google

Τον Μιχάλη Δερτούζο τιμάει σήμερα η Google

 Σε έναν Έλληνα επιστήμονα της πληροφορικής, τον Μιχάλη Δερτούζο (1936 - 2001), ο οποίος είχε γεννηθεί πριν 82 χρόνια, είναι αφιερωμένο το σημερινό λογότυπο (doodle) στην αρχική σελίδα της μηχανής αναζήτησης της Google.

Ο Δερτούζος υπήρξε διακεκριμένος καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Επιστήμης Υπολογιστών του Πανεπιστημίου MIT των ΗΠΑ. Υπήρξε πρωτοπόρος σε πολλούς τομείς της νέας τεχνολογίας, μεταξύ των οποίων στην ανάπτυξη του Παγκόσμιου Ιστού (Web), κάτι που έχει αναγνωρίσει και ο «πατέρας» του Ιστού, ο Βρετανός Τιμ Μπέρνερς Λι.

Είχε γεννηθεί στην Αθήνα, ήταν γιος του Λεωνίδα Δερτούζου, αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού, αποφοίτησε από το Κολλέγιο Αθηνών και στη συνέχεια σπούδασε και έκανε καριέρα στις ΗΠΑ. Μεταξύ άλλων, υπήρξε σύμβουλος της αμερικανικής και της ελληνικής κυβέρνησης σε θέματα τεχνολογίας, ενώ αγωνίσθηκε για ένα διαδίκτυο στην υπηρεσία του ανθρώπου.

Τα doodles δημιουργούνται από τη Google για να γιορτάσουν γεγονότα, επετείους και γενέθλια καλλιτεχνών, επιστημόνων, μουσικών και άλλων ξεχωριστών προσωπικοτήτων. Η ομάδα μηχανικών και σχεδιαστών doodle της Google (γνωστοί ως doodlers) ψάχνει πάντα για νέες και ενδιαφέρουσες ιδέες.

Το πρώτο doodle είχε δημιουργηθεί το 1998, όταν οι ιδρυτές της Google Λάρι Πέιτζ και Σεργκέι, προκειμένου να ενημερώσουν τους χρήστες ότι θα λείπουν (ήθελαν να πάνε σε φεστιβάλ στην έρημο της Νεβάδα), τοποθέτησαν το σχέδιο μίας φιγούρας σε ράβδο πίσω από το δεύτερο «ο» του λογοτύπου της εταιρείας, ενημερώνοντας έτσι τους χρήστες ότι βρίσκονται εκτός γραφείου. Η ιδέα άρεσε και έκτοτε καθιερώθηκε και εμπλουτίσθηκε.



Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Ξανθίππη, το βάσανο του Σωκράτη

Ξανθίππη, το βάσανο του Σωκράτη


«Αν βρεις μια καλή σύζυγο θα είσαι ευτυχισμένος. Αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος», είχε πει ο Σωκράτης, ο διάσημος φιλόσοφος, και σύμφωνα με τις μαρτυρίες των συγχρόνων του, το συμπέρασμα αυτό προέκυψε από την προσωπική του εμπειρία.

Η σύζυγος του Σωκράτη, η Ξανθίππη, ήταν μία γυναίκα που δεν άφησε καλές εντυπώσεις, σήμερα όμως μπορούμε να εξετάσουμε τη σχέση του παράξενου αυτού ζεύγους με την καθαρή ματιά που μας εξασφαλίζει η χρονική απόσταση. Άραγε ήταν ο εκρηκτικός χαρακτήρας της Ξανθίππης που οδήγησε τον Σωκράτη στη φιλοσοφία ή μήπως η αφοσίωση του Σωκράτη στη φιλοσοφία καθόρισε τον χαρακτήρα της συζύγου του;

Ποια ήταν η Ξανθίππη

Σε αντίθεση με τον σύζυγό της, ο οποίος ήταν απλώς ο γιος ενός λιθοξόου και μιας μαίας, έχουμε λόγους να πιστεύουμε πως η Ξανθίππη καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Αθήνας. Έχουμε δύο σημαντικά στοιχεία που υποστηρίζουν αυτή την υπόθεση:

Πρώτον, το όνομά της είναι ο θηλυκός τύπος της λέξης που σημαίνει «ξανθός ίππος», και ονόματα με περιεχόμενο που παραπέμπει σε άλογα έδιναν στα παιδιά τους εκείνοι που είχαν την οικονομική άνεση να ασχοληθούν με το ακριβό χόμπι της ιππασίας.

Δεύτερον, ο πρωτότοκος γιος του ζευγαριού δεν πήρε το όνομα του παππού από τη μεριά του πατέρα, όπως ήταν (και είναι ακόμα και σήμερα) η συνήθεια στην Ελλάδα. Ονομάστηκε Λαμπροκλής (= λαμπερή δόξα), που είναι επίσης αριστοκρατικό όνομα και ίσως έτσι να ονομαζόταν ο πατέρας της Ξανθίππης. Το όνομα του πατέρα του Σωκράτη (Σωφρονίσκος) δόθηκε στον δεύτερο γιο, κάτι που θα ήταν πραγματικά περίεργο, αν η Ξανθίππη δεν ήταν αριστοκρατικής καταγωγής ή τουλάχιστον ανώτερης τάξης από αυτή του Σωκράτη.

Ο Λαμπροκλής εμφανίζεται σε κείμενο του Ξενοφώντα να παραπονιέται για τη μητέρα του, πως είναι τόσο δύστροπη που κανείς δεν μπορεί να την υποφέρει. Ο Πλάτων μας την παρουσιάζει σε μία πολύ δύσκολη στιγμή της, όταν επισκέπτεται στη φυλακή τον Σωκράτη, λίγο πριν εκτελεστεί. Μόλις ήρθαν οι φίλοι του Σωκράτη, η Ξανθίππη κρατώντας τον έναν της γιο στην αγκαλιά, άρχισε να ξεφωνίζει και να μοιρολογεί «Σωκράτη, για τελευταία φορά τώρα θα σε χαιρετίσουν οι φίλοι σου κι εσύ εκείνους». Ο Σωκράτης ζήτησε να την πάει κάποιος στο σπίτι, κι εκείνη ξέσπασε σ’ έναν σπαρακτικό θρήνο χτυπώντας τον εαυτό της και ουρλιάζοντας, καθώς την απομάκρυναν από κοντά του. Είχαν δίκιο όμως εκείνοι που την αποκαλούσαν δύστροπη και υστερική ή μήπως η κακή φήμη που απέκτησε την αδικεί;

Επειδή θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας πως η υπερβολή στον θρήνο δεν ήταν ιδιοτροπία της Ξανθίππης. Οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας θρηνούσαν με ξέφρενο τρόπο, προσπαθώντας να μοιραστούν τη δυστυχία με το αγαπημένο τους πρόσωπο που πέθαινε ή είχε πεθάνει. Ο συγγραφέας Λουκιανός αναφέρει πως οι συγγενείς και οι φίλοι του νεκρού περιέρχονταν σε τόσο κακή κατάσταση, ώστε λυπόταν κανείς περισσότερο τους ζωντανούς από τους νεκρούς: έκλαιγαν με λυγμούς, τραβούσαν τα μαλλιά τους, χτυπούσαν το κεφάλι και το στήθος τους. Έσκιζαν με τα ίδια τους τα νύχια τα μάγουλά τους…

Όσο για τα παράπονα του Λαμπροκλή, ο οποίος ήταν έφηβος, δεν διαφέρουν και τόσο από τα παράπονα κάθε έφηβου από τότε μέχρι σήμερα.
Η Ξανθίππη, λοιπόν, ήταν μία νεαρή αριστοκράτισσα, που για κάποιον λόγο παντρεύτηκε έναν φτωχό, ιδιοφυή φιλόσοφο, τον οποίο πιθανότατα δεν επέλεξε η ίδια, αφού εκείνη την εποχή, οι γυναίκες δεν αποφάσιζαν για την τύχη τους. Ο τρόπος που θρήνησε τον άντρα της μας δείχνει ότι τον αγαπούσε, αλλά είναι βέβαιο πως ο γάμος της δεν ήταν παραμυθένιος.

Ο Σωκράτης ως σύζυγος και πατέρας

Ο φτωχός Σωκράτης παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία. Γνωρίζουμε ότι απέκτησε τον πρώτο του γιο σε ηλικία 55 ετών, οπότε, μπορούμε να υποθέσουμε πως ήταν τουλάχιστον τριάντα χρόνια μεγαλύτερος από τη σύζυγό του, δεδομένου ότι οι κοπέλες στην αρχαία Αθήνα παντρεύονταν σε νεαρή ηλικία. Εκτός από φτωχός, ο Σωκράτης ήταν επίσης πολύ άσχημος. Είχε πλακουτσωτή μύτη, παχιά χείλη και μάτια γουρλωτά. Οι σύγχρονοί του έλεγαν πως μοιάζει με Σάτυρο ή Σειληνό. Και αυτός ο φτωχός και άσχημος άνδρας είχε και κάτι αλλόκοτες συνήθειες.

Δεν έδινε καμία σημασία στις ανάγκες του σώματος. Ήταν ανθεκτικός στην πείνα, στη δίψα, στο κρύο, στο αλκοόλ. Φορούσε τον ίδιο χιτώνα χειμώνα – καλοκαίρι (ελπίζουμε πως τον έπλενε πότε – πότε), χόρευε ολομόναχος στο σπίτι του και αρκετές φορές, στεκόταν ακίνητος μέσα στη μέση του δρόμου για να διαλογιστεί, χωρίς να επικοινωνεί με το περιβάλλον. Αυτό του συνέβη ακόμα και στο στρατόπεδο, μία πολύ ζεστή καλοκαιρινή μέρα, την παραμονή μίας σημαντικής μάχης, όπου οι συμπολεμιστές του τον παρατηρούσαν να στέκεται ακίνητος ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο!

Αυτός ο παράξενος άνθρωπος είχε έναν και μόνο στόχο στη ζωή του: να βοηθήσει τους συμπατριώτες του να ανακαλύψουν τις αλήθειες που είχαν απωθημένες στα βάθη της ψυχής τους. Πίστευε πως η κακία γεννάται από την άγνοια, και πως, αν βοηθούσε τον συνομιλητή του να αποκτήσει την απαραίτητη γνώση, τότε θα αντιλαμβανόταν πως δεν τον συμφέρει να είναι κακός. «Κανείς δεν είναι κακός με τη θέλησή του», ισχυριζόταν, καθώς καταπολεμούσε την άγνοια.

Αυτή η ευγενής δραστηριότητα θα έπρεπε, ίσως, να γεμίζει με υπερηφάνεια τη σύντροφό του, αν δεν δημιουργούσε πρακτικά προβλήματα. Και το «πρόβλημα» με τον Σωκράτη ήταν πως, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους δασκάλους της εποχής του, εκείνος δεν δεχόταν πληρωμή από τους μαθητές του. Η δραστηριότητα στην οποία είχε αφιερώσει κάθε λεπτό της ζωής του δεν του απέφερε κανένα οικονομικό όφελος. Αυτό ήταν σίγουρα ένα πρόβλημα για την Ξανθίππη και πηγή οικογενειακών καυγάδων.

Ωστόσο, ο Σωκράτης δεν αδιαφορούσε ούτε για τη γυναίκα του ούτε για τα παιδιά του. Όταν ο Λαμπροκλής του παραπονέθηκε για τη δυστροπία της μητέρας του, ο Σωκράτης αφιέρωσε χρόνο για να τον νουθετήσει. Αφού του περιέγραψε λεπτομερώς τους κόπους που κατέβαλε η μητέρα του για να τον μεγαλώσει, κατέληξε: «Αυτήν που σε φροντίζει όσο καλύτερα μπορεί, όταν αρρωσταίνεις, για να γίνεις καλά και για να μην σου λείψουν τα απαραίτητα, και που προσεύχεται στους θεούς και κάνει τάματα να σου δίνουν αγαθά, αυτήν λες ανυπόφορη;»

Ένα αταίριαστο, ταιριαστό ζευγάρι

Αν η Ξανθίππη ήταν μία συνηθισμένη κοπέλα της εποχής της, αν δεν την ενδιέφερε τίποτα περισσότερο από την ευημερία των παιδιών της και την υλική επάρκεια του νοικοκυριού της, τότε ο πατέρας της έκανε μία κακή επιλογή συζύγου για την κόρη του. Από την άλλη, αν ήταν στ΄αλήθεια δυστυχισμένη κοντά του, ο αθηναϊκός νόμος δεν την εμπόδιζε να τον χωρίσει. Δεν το έκανε όμως ούτε εκείνη ούτε ο Σωκράτης, κι έτσι μπορούμε να υποθέσουμε πως με κάποιον τρόπο η σχέση αυτή λειτουργούσε. Οι φίλοι του είχαν πάντα την απορία, γιατί να επιλέξει μία τέτοια αυταρχική γυναίκα, αυτός ο συνετός και μειλίχιος άνθρωπος. Μάλιστα ένας από αυτούς, ο Αντισθένης, τον ρώτησε ευθέως: «πώς ζεις με αυτή τη γυναίκα που χειρότερή της ούτε υπήρξε, ούτε υπάρχει ούτε θα υπάρξει;». Και ο Σωκράτης του απάντησε:

«Επειδή έχω επιλέξει ως έργο της ζωής μου να συναναστρέφομαι τους ανθρώπους, έχω την Ξανθίππη γνωρίζοντας πως, αν αυτήν μπορώ να υποφέρω, σίγουρα θα υποφέρω όλους τους άλλους ανθρώπους.»

πηγή

Ζάμερ: 'Ήμουν πράκτορας της Στάζι"

Ζάμερ: 'Ήμουν πράκτορας της Στάζι"
Ο Ματίας Ζάμερ, που κατέκτησε τη Χρυσή Μπάλα το 1996, αποκάλυψε ότι στα νιάτα του ήταν συνδεδεμένος με τη Στάζι, τη μυστική αστυνομία της Ανατολικής Γερμανίας.

Σε μια ομολογία που αν μη τι άλλο σοκάρει, προέβη ο Ματίας Ζάμερ. Ο άλλοτε θρύλος του γερμανικού ποδοσφαίρου και κάτοχος της Χρυσής Μπάλας το 1996, αποκάλυψε πως στα νιάτα του υπήρξε μέλος της μυστικής αστυνομίας της Ανατολικής Γερμανίας, γνωστής ως Στάζι.
Όπως δήλωσε στη "Bild" o Zάμερ "υπήρχαν περιορισμοί που δεν μπορούσαμε να αποφύγουμε. Προφανώς ήταν λυπηρό. Υπήρξε μέρος ενός κακού συστήματος. Αλλά δεν είχαμε άλλη επιλογή". Πάντως, τόνισε πως δεν χρειάστηκε να κάνει κατασκοπείοα για τους συμπατριώτες του, πως δεν κράτησε όπλο, ούτε συμμετείχε σε κάποια άσκηση.

Χαρακτηριστικό της κατάστασης εκείνη την εποχή είναι το γεγονός πως ο πατέρας του, Κλάους Ζάμερ, κόπηκε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1972 και το Μουντιάλ του 1974, αν και είχε αγωνιστεί στα προκριματικά, επειδή αρνήθηκε να ενταχθεί στο "Ενωμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα" (SED).

Ο Ζάμερ αγωνίστηκε 23 φορές με την φανέλα της Ανατολικής Γερμανίας και 51 φορές με αυτή της Γερμανίας μετά την πτώση του Τείχους στο Βερολίνο. Το 1997 κατέκτησε το Champions League με την Ντόρτμουντ, ενώ επίσης έπαιξε στην Ντιναμό Δρέσδης, στην Ίντερ και στην Στουτγάρδη.

ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η ΣΤΑΖΙ

Η Στάζι αποτελούσε "αιχμή του δόρατος" για το υπουργείο Ασφαλείας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ιδρύθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1950 και στεγαζόταν σε ένα τεράστιο κτήριο στο Λίχτενμπεργκ του Βερολίνου. Ανέπτυξε σταδιακά ένα τεράστιο δίκτυο επισήμων υπαλλήλων και πληροφοριοδοτών, οι οποίοι κατασκόπευαν και αρχειοθετούσαν κάθε πτυχή της ζωής εκατομμυρίων πολιτών της χώρας.

Με την κατάρρευση του καθεστώτος, έγινε γνωστό ότι οι επίσημοι υπάλληλοι της Στάζι ανέρχονταν σε περίπου 91.000, οι ανεπίσημοι πληροφοριοδότες σε πάνω από 300.000, ενώ οι φάκελοι έφταναν τα δέκα εκατομμύρια.

Εκτός της κατασκοπείας των πολιτών της χώρας, το έργο της περιελάμβανε κατασκοπεία δυτικών κρατών και ιδίως της Δυτικής Γερμανίας, την οποία επιχειρούσε να αποσταθεροποιήσει. Τέλος, το έργο της περιελάμβανε ανακρίσεις και βασανισμούς κρατουμένων. Μετά την πτώση του καθεστώτος, βασανισθέντες αποκάλυψαν ότι ακτινοβολούνταν εσκεμμένα στις φυλακές της Στάζι με ραδιενέργεια, προκειμένου να τους προξενηθεί καρκίνος.

Κατά τις τελευταίες εβδομάδες πριν την κατάρρευση του καθεστώτος (1989-1990), υπάλληλοι της Στάζι κατέστρεφαν αρχεία, με καταστροφείς εγγράφων και με τα χέρια. Το 1995, η γερμανική Κυβέρνηση ξεκίνησε την επανασυναρμολόγηση των εγγράφων αυτών, τα οποία είχαν βρεθεί σε 16.000 σακούλες και επρόκειτο για πάνω από 30.000.000 σελίδες.

Το έργο της ταξινόμησης και της επεξεργασίας αυτών των φακέλων ανατέθηκε από την κυβέρνηση της Βόννης στον υπερκομματικό πρώην ιερωμένο του Ροστόκ αγωνιστή των ανθρώπινων δικαιωμάτων και μετέπειτα Προέδρου της Γερμανίας, Γιοάχιμ Γκάουκ.

Η γνωστή ως "Υπηρεσία Γκάουκ" στελεχώθηκε με 300 άτομα, μεταξύ των οποίων και πρώην υπάλληλοι της Στάζι. Κάποια αρχεία είχαν αποκτηθεί από τη CIA, και επιστράφηκαν στη Γερμανία το 2000. Έπειτα από έξι χρόνια, ανακοινώθηκε ότι είχαν ολοκληρωθεί 300 σακούλες, ενώ να πούμε πως το κτίριο της Στάζι μετατράπηκε σε Μουσείο.


πηγή

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

Πέθανε ο Βρετανός φυσικός Στίβεν Χόκινγκ

Πέθανε ο Βρετανός φυσικός Στίβεν Χόκινγκ
Παρέμεινε ως το τέλος ενεργός πολίτης και ακτιβιστής - Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της αποίκησης άλλων πλανητών ως διέξοδο σωτηρίας της ανθρωπότητας σε περίπτωση που η Γη καταστραφεί από ένα πόλεμο, πτώση αστεροειδούς ή άλλη αιτία


Ο διαπρεπής βρετανός θεωρητικός φυσικός Στίβεν Χόκινγκ απεβίωσε σήμερα, σε ηλικία 76 ετών, αναφέρει ανακοίνωση που υπογράφουν τα παιδιά του.

Πέθανε ήρεμα στο σπίτι του στην πόλη του Κέμπριτζ τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης.
"Αισθανόμαστε τεράστια θλίψη για τον θάνατο του αγαπημένου μας πατέρα", ο οποίος "ήταν σπάνιος άνθρωπος" και "σπουδαίος επιστήμονας, το έργο του οποίου θα ζήσει για πολλά χρόνια ακόμη", τόνισαν τα παιδιά του κοσμολόγου, η Λούσι, ο Ρόμπερτ και ο Τιμ, στην ανακοίνωση που μετέδωσε το βρετανικό πρακτορείο ειδήσεων Press Association.


Πέθανε ο Βρετανός φυσικός Στίβεν Χόκινγκ
  "Μια φορά είχε πει "δεν θα ήταν και πολύ σπουδαίο αυτό το σύμπαν, αν δεν ήταν το σπίτι των ανθρώπων που αγαπάς". Θα μας λείπει για πάντα", σύμφωνα με την ανακοίνωση των παιδιών του, την οποία αναμετέδωσε επίσης το BBC.

Ο Στίβεν Χόκινγκ κατάφερε να αγγίξει τα όρια της ανθρώπινης κατανόησης τόσο σε ό,τι αφορά την αχανή έκταση του διαστήματος, όσο και τον υπό-ατομικό κόσμο, τα οποία, έλεγε ότι μπορούσαν να προβλέψουν τι συμβαίνει στην αρχή και το τέλος του χρόνου.

"Το θάρρος και η επιμονή του, σε συνδυασμό με το χιούμορ και την ευφυΐα του, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ανθρώπους σε όλο τον κόσμο".

Η ισχυρή του νοημοσύνη ερχόταν σε αντίθεση με το εύθραυστο σώμα του, που χτυπήθηκε από την νόσο του κινητικού νευρώνα σε ηλικία 21 ετών, η οποία και τον καθήλωσε σε καροτσάκι για το υπόλοιπο της ζωής του. Όσο η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε, έφτασε να μιλάει υποβοηθούμενος από ηλεκτρονικά μέσα και να επικοινωνεί κουνώντας τα βλέφαρά του. Όπως είχε παραδεχθεί ο ίδιος, "δεν περίμενα ποτέ ότι θα έφτανα μέχρι τα 75".

Η ασθένειά του τον έκανε να εργάζεται εντατικότερα, αλλά συνέβαλε και στην κατάρρευση των δύο γάμων του, όπως έγραψε ο ίδιος στα απομνημονεύματά του με τίτλο: "Το χρονικό της ζωής μου".
Όπως είπε κάποια μέρα, «μολονότι κρεμόταν ένα σύννεφο πάνω από το μέλλον μου, διαπίστωσα, προς μεγάλη μου έκπληξη, ότι απολάμβανα τη ζωή μου στο παρόν περισσότερο από ό,τι πριν. Και τότε άρχισα να κάνω πρόοδο στην έρευνά μου». Ο στόχος του ήταν απλός, όπως εξήγησε: «Η πλήρης κατανόηση του σύμπαντος, γιατί είναι όπως είναι και γιατί τελικά υπάρχει».

Έγινε διεθνώς διάσημος για το έργο του πάνω στις μαύρες τρύπες, τη βαρύτητα και τη γενική σχετικότητα, ενώ ήταν ο συγγραφέας πολλών δημοφιλών βιβλίων, με κορυφαίο τη «Σύντομη Ιστορία του Χρόνου», που είχε εκδοθεί το 1988, μεταφράσθηκε σε 40 γλώσσες (και στα ελληνικά) και πούλησε περισσότερα από δέκα εκατομμύρια αντίτυπα και το οποίο παρέμεινε στην λίστα με τα ευπώλητα των κυριακάτικων Times για περισσότερες από 237 εβδομάδες! Οι κακεντρεχείς πάντως το ονόμασαν «το σπουδαιότερο αδιάβαστο βιβλίο στην ιστορία»!

Ο Χόκινγκ, γεννημένος την 8η Ιανουαρίου 1942, έλαβε υποτροφία για να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης το 1959, και τρία χρόνια αργότερα μεταπήδησε στο αντίπαλο πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ για να κάνει έρευνα στο πεδίο της κοσμολογίας.
Θεωρείτο ένας από τους σημαντικότερους ειδικούς σε όλο τον κόσμο όσον αφορά τη βαρύτητα και τις μαύρες τρύπες.

Η διδακτορική του διατριβή με τίτλο "Οι ιδιότητες των διαστελλομένων συμπάντων" είναι διαθέσιμη στην ηλεκτρονική σελίδα του πανεπιστημίου του Κέμπριτζ.

Όπως δήλωσε ο φυσικός Μίτσιο Κάκου στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης», «από την εποχή του 'Αλμπερτ Αϊνστάιν είχε να υπάρξει ένας επιστήμονας που να έλξει τόσο πολύ τη φαντασία του κοινού και να γίνει αγαπητός σε δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο».

Η κινηματογραφική ταινία «Η θεωρία του παντός» το 2014 για τη ζωή του Χόκινγκ, με τον θαυμάσιο Έντι Ρεντμέιν στον πρωταγωνιστικό ρόλο να κερδίζει το Όσκαρ καλύτερου ηθοποιού, έκανε ευρύτερα γνωστό τον Βρετανό κοσμολόγο. Ο ίδιος χάρηκε με την ταινία και δήλωσε για τον Ρεντμέιν «μερικές φορές νόμιζα ότι ήμουν εγώ».

Οι κοινωνικές παρεμβάσεις του

Παρέμεινε ως το τέλος ενεργός πολίτης και, μεταξύ άλλων, προειδοποίησε κατ' επανάληψη για τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και της πιθανότητας μιας συνάντησης με τους εξωγήινους, που μπορεί να έχει άσχημη κατάληξη για τους ανθρώπους. Επίσης, ήταν ένθερμος υποστηρικτής της αποίκησης άλλων πλανητών ως διέξοδο σωτηρίας της ανθρωπότητας σε περίπτωση που η Γη καταστραφεί από ένα πόλεμο, πτώση αστεροειδούς ή άλλη αιτία.

Επίσης, είχε καλές σχέσεις με τους Παλαιστινίους επιστήμονες και δεν δίστασε να μποϊκοτάρει ένα συνέδριο στο Ισραήλ σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πολιτική του. Και βέβαια, με το βιβλίο του "Το Μεγάλο Σχέδιο" (μεταφρασμένο και στα ελληνικά) δήλωσε προκλητικά δεν χρειαζόταν καθόλου ο Θεός για να εξηγηθεί το σύμπαν - μια αθεϊστική δήλωση που ενόχλησε τους θρησκευόμενους.

Όπως είπε, "θεωρώ τον εγκέφαλο ένα κομπιούτερ που θα σταματήσει να δουλεύει, όταν τα μέρη του χαλάσουν. Δεν υπάρχει παράδεισος ή μεταθανάτια ζωή για τους χαλασμένους κομπιούτερ. Αυτό είναι ένα παραμύθι για τους ανθρώπους που φοβούνται το σκοτάδι".

 Ο Χόκινγκ είχε παντρευτεί τη συμφοιτήτριά του Τζέιν Γουάιλντ το 1965 (δύο χρόνια μετά τη διάγνωση της νόσου του) και έκαναν τρία παιδιά, αλλά χώρισαν το 1991, καθώς η κατάστασή της υγείας του εκ των πραγμάτων έκανε τρομερά δύσκολες τις συνθήκες του γάμου. Η γυναίκα του έγραψε αργότερα ότι είχαν καταντήσει "αφέντης" και "σκλάβα".

Το 1995 ο Χόκινγκ παντρεύτηκε μία από τις νοσοκόμες του, την Ελέιν Μέισον, ένας γάμος που διήρκεσε 11 χρόνια και στη διάρκεια του οποίου η αστυνομία κλήθηκε να διερευνήσει κατηγορίες για επιθέσεις που δέχθηκε ο Χόκινγκ από τη σύζυγό του. Όμως ο ίδιος αρνήθηκε κάτι τέτοιο και η αστυνομία αναγκάσθηκε να σταματήσει τις έρευνες.

Σε δήλωσή τους, τα τρία παιδιά του από τον πρώτο γάμο, Λούσι, Ρόμπερτ και Τίμοθι, αναφέρουν ότι "ήταν ένας μεγάλος επιστήμονας και ένας ξεχωριστός άνθρωπος, του οποίου το έργο και η κληρονομιά θα διαρκέσουν για πολλά χρόνια. Θα μας λείπει πάντα".

πηγή

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Λου Τσιωρόπουλος: Ο «Χρυσός Έλληνας» που πήρε δύο τίτλους στο NBA


Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο μπορεί να υπερηφανεύεται για πολλές ελληνικές πρωτιές στο ΝΒΑ, αλλά όχι για όλες. Πολλά χρόνια πριν το ταλέντο και οι επιδόσεις του κάνουν τους Αμερικανούς να μάθουν να προφέρουν σωστά το όνομά του, ένας συμπατριώτης μας τους δημιούργησε αντίστοιχο γλωσσοδέτη. Λεγόταν Λου (Λεωνίδας) Τσιωρόπουλος.

Θεωρείται ο πρώτος ελληνικής καταγωγής μπασκετμπολίστας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και η σύντομη καριέρα του ήταν γεμάτη με επιτυχίες που θα ζήλευε ακόμη και ο «Greek Freak». Έναν κολλεγιακό τίτλο καθώς και δύο δαχτυλίδια πρωταθλητή του NBA με τους τεράστιους Μπόστον Σέλτικς.


Στον Λου δεν περνούσαν τσαμπουκάδες


Με ύψος 1,96 και τρομερή φυσική δύναμη στα χέρια, ο Λου (γεννημένος το 1930 στο Λιν της Μασαχουσέτης) έμοιαζε κομμένος και ραμμένος για το αμερικάνικο football. Στο Λύκειο της γενέτειρας του επιβεβαίωσε τις προβλέψεις καθώς εξελίχθηκε σε All America player. Η αγάπη του για τα σπορ, αλλά η απέχθειά του για το… ξύλο τον οδήγησαν στο μπάσκετ. Αν και λογιζόταν ως γκαρντ-φόργουορντ, το σουτ δεν ήταν το δυνατό του στοιχείο.

Παρά το γεγονός πως ήταν κάτω από 2 μέτρα, η εμπειρία του από το πολύ σκληρότερο ποδόσφαιρο, αποδείχθηκε το καλύτερο εφόδιο που θα μπορούσε να κουβαλήσει στα παρκέ. Δυναμικός, αλτικός και πεισματάρης, ο Τσιωρόπουλος ήταν πολύ σκληρό καρύδι για την εποχή του. Η έφεσή του στα ριμπάουντ, η σκυλίσια άμυνα, το πάθος και η αυταπάρνηση τον έκαναν τον τέλειο συμπαίκτη. Αυτόν που οι μελλοντικοί Hall-Of-Famers, Φρανκ Ράμσεϊ και Κλιφ Χάγκαν χρειάζονταν να τρέχει πίσω τους για να καλύψει κενά. Και να τους βοηθήσει να παρουσιάσουν μία από τις καλύτερες ομάδες του κολλεγιακού πρωταθλήματος.

Λου (Λεωνίδας) Τσιωρόπουλος


Ο θρύλος του Κεντάκι


Αν έπαιζε σήμερα θα προβληματιζόταν για το τι θα έγραφε πίσω στη φανέλα του. Το… Tsioropoulos έτσι κι αλλιώς ήταν δύσκολο να το προφέρει, πόσω μάλλον να δοκιμάσει να το διαβάσει κανείς. Πίσω στη δεκαετία του ’50 όμως οι φανέλες δεν έγραφαν τα ονόματα των αθλητών. Οι συμπαίκτες στο Κεντάκι έλυσαν το πρόβλημα. Οι επιδόσεις του του χάρισαν το προσωνύμιο «Golden Greek», ενώ αργότερα… απαντούσε και στο «Mr. T». Ο προπονητής του, Άλντορφ Ραπ, προτιμούσε το πρώτο.

Υπό τις οδηγίες του το Κεντάκι κέρδισε τον τίτλο του NCAA το 1951 και δύο χρόνια αργότερα τερμάτισε τη σεζόν με το εντυπωσιακό 25-0. Χωρίς ωστόσο να πάρει μέρος στην τελική φάση για λόγους που θα αναλυθούν αργότερα. Με τέτοιες επιτυχίες δεν είναι καθόλου παράξενο που η σημερινή έδρα των Wildcats φέρει το όνομα του θρυλικού κόουτς. Και για να μην υπάρξουν παρερμηνείες σχετικά με τη συνεισφορά του «Χρυσού Έλληνα», η φανέλα του με το νούμερο 16 κοσμεί ακόμη την οροφή του γηπέδου καθώς αποσύρθηκε για πάντα.


Το σκάνδαλο που δεν τον άγγιξε


Ενώ ο τίτλος του ’51 αποτελεί χρυσή σελίδα στην ιστορία του Κεντάκι, υπάρχουν και τα σκοτεινά σημεία της. Τον χειμώνα του ’52 ξεσπά σκάνδαλο στημένων αγώνων στο κολλεγιακό πρωτάθλημα. 32 παίκτες από 7 σχολεία αποκαλύφθηκε πως είχαν πάρει μέρος, με την ενεργή ανάμειξη της Μαφίας. Τέσσερις από αυτούς έπαιζαν για λογαριασμό των Wildcats. Η τιμωρία τους, όπως και εκείνη των πανεπιστημίων ήταν αναπόφευκτη. Ο «Χρυσός Έλληνας» δεν είδε το παράξενο για τους Αμερικανούς όνομά του να είναι ανάμεσά τους. Δυστυχώς όμως εξαιτίας αυτού, ο ίδιος και οι συμπαίκτες του έχασαν μια χρονιά, ενώ λόγω ενός περίεργου κανονισμού, δεν μπόρεσαν να διεκδικήσουν το NCAA τη σεζόν που με το επικό 25-0 θεωρούνταν η κορυφαία ομάδα εκτός ΝΒΑ.

Εκείνη τη χρονιά Τσιωρόπουλος (είχε 14,5 πόντους μ.ο), Ράμσεϊ και Χάγκαν έγιναν ντραφτ και υπέγραψαν συμβόλαιο με τους Σέλτικς. (Ο Λου στο νούμερο 57). Εξαιτίας του σκανδάλου όμως αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο κολλέγιο, για λογαριασμό του οποίου δεν είχαν το δικαίωμα να αγωνιστούν στην τελική φάση αφού θεωρήθηκε πως είχαν ήδη αποφοιτήσει. Κι ενώ το Κεντάκι είχε πάρει την πρόκριση για τα τελικά, η ομάδα γνωρίζοντας πως δεν είχε ιδιαίτερες ελπίδες χωρίς τους καλύτερους παίκτες, προτίμησε να αποσυρθεί και να διατηρήσει για πάντα τον τίτλο της «αήττητης βασίλισσας δίχως στέμμα».

Λου (Λεωνίδας) Τσιωρόπουλος


Νικητής και στο NBA


Πριν μεταπηδήσει στο επαγγελματικό πρωτάθλημα, ο Τσιωρόπουλος πέρασε ένα διάστημα στην πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ. Στη συνέχεια «προσγειώθηκε» στο NBA όπου για μια τριετία φόρεσε τη φανέλα των Σέλτικς του θρυλικού Άουερμπαχ. Στη Βοστώνη ευτύχισε να κατακτήσει δύο πρωταθλήματα (1957, 1959). Με 5,8 πόντους, 4,8 ριμπάουντ και 1,1 ασίστ ανά παιχνίδι αποτέλεσε την επιτομή ενός χαρακτηρισμού που πολύ αργότερα «εφευρέθηκε» από το NBA. Ήταν ο τύπος που ερχόταν από τον πάγκο για να καθαρίσει σε ειδικές καταστάσεις. Ο συμπαίκτης του (και μετέπειτα προπονητής) Τόμι Χέινσον τον είχε αποκαλέσει «το πρωτότυπο αυτού που μάθαμε να λέμε 6ος παίκτης, μια έννοια που αναπτύχθηκε στο πέρασμα του χρόνου».

Με τον Χέινσον μοιράζονταν και τον χρόνο στα παιχνίδια (με τον Έλληνα ομογενή να είναι ο back up forward και τον Αμερικανό βασικός) αλλά και το ίδιο δωμάτιο στα ξενοδοχεία. Μιλώντας γι’ αυτόν είχε προσθέσει: «Σίγουρα θα είχε κάνει μεγαλύτερη καριέρα, αν δεν είχε τόσους τραυματισμούς». Δυστυχώς όμως η πλάτη του Λούη, όπως τον φώναζαν οι φίλοι, δεν άντεξε στους ρυθμούς του πρωταθλητισμού, με συνέπεια ένα τέλος που ήρθε πολύ σύντομα από ό,τι θα ήθελε.


Μετά το μπάσκετ


Σύμφωνα με τις πληροφορίες που βρίσκει κανείς στο διαδίκτυο, μετά το τέλος της καριέρας του ο Τσιωρόπουλος στάλθηκε από τις Υπηρεσίες Πληροφοριών των ΗΠΑ σε Ελλάδα και Ιράν, σε εκπαιδευτικά ταξίδια σχετικά με το μπάσκετ. Επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και συνδύασε τον αθλητισμό με την εκπαίδευση. Ως αθλητής είχε πει πως χρειαζόταν να επιβληθεί σε τύπους πιο μεγαλόσωμους από αυτόν χρησιμοποιώντας τη θέλησή του. Μια στάση ζωής την οποία τήρησε και ως δάσκαλος.

Ασχολήθηκε με πολλά και διάφορα (από αθλητικός διευθυντής σε ενορία μέχρι εμπόριο αλκοόλ στο Λέξινγκτον) ως τη στιγμή που έγινε προπονητής. Μετά από 5 χρόνια θα αποφασίσει να αφήσει πίσω του οριστικά το σπορ. Την τελευταία σεζόν ως κόουτς του Manual High καταγράψει το χειρότερο ρεκόρ του. 2 νίκες και 19 ήττες, εκ των οποίων 14 συνεχόμενες. Τότε θα εξομολογηθεί σε συνέντευξή του: «Συνεχίζω να δίνω τον καλύτερο εαυτό μου, αλλά χάνουμε. Χάνω. Αυτό με οδήγησε σε μια νέα αξιολόγηση του χώρου. Εννοώ, αλήθεια, γιατί παίζουμε; Προφανώς όλα αυτά τα παιδιά παίζουν για να νικήσουν. Όμως η μαγική λέξη είναι η αντιξοότητα. Αυτή αντιμετωπίζουμε. Τώρα τα παιδιά είναι πεσμένα. Αλλά το να μείνουν έτσι επειδή χάνουν θα είναι έγκλημα. Αν είναι να πάρουν ένα μάθημα, αυτό πρέπει να είναι η προσπάθεια. Το να δίνεις το 100% παρά τις αντιξοότητες. Δεν περιμένω από κάποιον 1,60 να πηδήσει πάνω από έναν που είναι 2 μέτρα. Θέλω όμως να δοκιμάσει να το κάνει»…

Λου Τσιωρόπουλος


Ο άλλος Λου


Μετά το μπάσκετ ο Λου παρέμεινε στο χώρο της εκπαίδευσης από διευθυντικές θέσεις. Το παρελθόν και το παρουσιαστικό του προκαλούσαν θαυμασμό, δέος αλλά και φόβο στους μαθητές. Εκείνος συχνά το διασκέδαζε, το εκμεταλλευόταν αλλά προσπαθούσε να μην το τραβάει στα άκρα. «Ποτέ δεν καταλάβαινες αν σου κάνει πλάκα ή αν εννοεί τα όσα έλεγε», αποκαλύπτει ένας από τους μαθητές του. «Τα έκανα πάνω μου όταν τον έβλεπα, αλλά ήξερα πως έχει χρυσή καρδιά», συμπληρώνει.

Και αυτή η μίξη γνήσιας καλοσύνης και αυστηρής προσήλωσης στο στόχο ήταν που έκανε τον Λου Τσιωρόπουλο μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Είναι αυτό που τον έκανε νικητή, πρωταθλητή, πραγματικά σπουδαίο.

Και επιστέγασμα όλων αυτών ήταν κάτι που αποκαλύφθηκε λίγο πριν το θάνατό του, το 2015. Λίγο πριν γίνει 85 ετών. Στα memorabilia που κοσμούν το σπίτι του τα δαχτυλίδια του NBA, οι φανέλες και τα αποκόμματα εφημερίδων έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Περίοπτη θέση κατέχει ένα βραβείο που έλαβε από το Κέντρο Συνδρόμου Down του Louisville. Κατά καιρούς οι υπεύθυνοι λάμβαναν ένα δικό του τσεκ. Αρκετές φορές μέσα σε ένα χρόνο και σε κάθε περίπτωση πολύ περισσότερες από όσες δωρεές θα έκανε κάποιος που δεν είχε την παραμικρή σχέση με το σύνδρομο. Ούτε ο ίδιος ούτε κάποιος στο οικογενειακό του περιβάλλον. «Ο Λου δεν δεχόταν το όχι ως απάντηση. Κανείς δεν μπορούσε να του αρνηθεί. Γι’ αυτό τον φώναζα Greek Mafia» θα πει μετά το θάνατό του η διευθύντρια του ιδρύματος, Νταϊάνα Μαρτσβάιλερ…

Και κάπως έτσι ο «Golden Greek» έγινε «Greek Mafia» και ως ο πρώτος ελληνικής καταγωγής μπασκετμπολίστας που έπαιξε και κατέκτησε το NBA, άνοιξε το δρόμο σε αυτό που ο κόσμος ονομάζει «Greek Freak».


Πηγή

Keanu Reeves: Μια ζωή γεμάτη τραγικά γεγονότα (και ευεργεσίες)


Η περίπτωση του Keanu Reeves είναι απ΄αυτές που αντιλαμβάνεσαι ότι η μεγαλύτερη ευκολία είναι να κρίνεις από την άνεση της απόστασης και της αφάνειας τους άλλους. Να τους κρίνεις μάλιστα όχι με βάση το τι πρεσβεύουν οι ίδιοι. Αλλά με βάση τα δικά σου γούστα και τις δικές σου απαιτήσεις απ΄αυτούς. Είναι κι αυτή μια από τις δύσκολες μοίρες που πρέπει να διαχειριστούν οι διάσημοι. Ο Keanu Reeves καταδυναστεύεται από τα χαρακτηριστικά της αναγνωρισιμότητας. Ένα προνόμιο που στον ίδιο πήρε τη μορφή του προβλήματος. Μετά από περίπου 30 χρόνια καριέρας είναι ένας στενοχωρημένος τύπος που συνομιλεί με την κατάθλιψη. Άλλες φορές υπερισχύει, άλλες ηττάται.

Τα γεγονότα της ζωής του είναι τέτοια που νουθετούν όσους από εμάς σπεύδουμε με τόση ευκολία να τον αποκαλέσουμε ατάλαντο, που όλες του οι εκφράσεις είναι η εξής μία και όλα όσα του έχουν «φορέσει». Κι από τους συναδέλφους του αυτό μπορεί και να είναι κατανοητό ως ένα βαθμό. Από τον κόσμο μάλλον δεν είναι. Γιατί ο Νόμος του Μέρφι βρήκε πεδίο δόξης λαμπρό στη ζωή του 53χρονου σήμερα ηθοποιού. Όχι μόνο με την έννοια ότι έδινε διαρκώς συνέχεια σε μια κάστα περιστατικών, αλλά κι επειδή διάλεξε να του τα «χαρίσει» στις πιο σκληρές και δυσβάσταχτες μορφές τους.

Η ζωή του Reeves βασίστηκε στην κλιμάκωση τους. Πρώτα ήταν ο πατέρας του που παράτησε την οικογένεια. Τη μητέρα του, τον ίδιο και τ΄αδέρφια του. Ήταν μόλις 3 ετών όταν συνέβη αυτό. Μέχρι τα 12 του είχε επαφές μαζί του, αλλά η σύλληψη του πατέρα του για διακίνηση ναρκωτικών ολοκλήρωσε έναν δεσμό που δεν φαινόταν να έχει πολλές ανάσες.

Keanu Reeves

Όσο κι αν ένα παιδί δεν αντιλαμβάνεται πολύ γρήγορα την θέση του πατέρα στις ψυχολογικές προεκτάσεις της ζωής του, ένα τέτοιο γεγονός σαφώς σε αλλάζει. Σε κάνει πιο σκληρό και κλειστό. Τι πιο λογικό για τον Keanu να νιώθει πως δεν κολλάει σε καμία ομάδα, σε κανένα κοινωνικό σύνολο και να αποζητά την απομόνωση. Η οικογενειακή του κατάσταση και η δυσλεξία τον έκαναν από τους πιο δύσκολους μαθητές. Αποτέλεσμα αυτού να έχει αλλάξει 4 σχολεία σε μια τριετία και συνολικά πάνω από 7. Άρα παρέες σταθερές δεν υπήρχαν ούτε ως σκέψη για εκείνον.

Το απολυτήριο δεν βρέθηκε ποτέ στα σχέδια του. Βρέθηκε η υποκριτική. Κι αυτή του έδειξε τον αδυσώπητο της χαρακτήρα από την πρώτη στιγμή. Όχι στο επαγγελματικό κομμάτι, αλλά στο διαπροσωπικό. Ο River Phoenix ήταν ο πρώτος του συνεργάτης και ο πρώτος φίλος που έκανε. Δεν πρόλαβε όμως να κλείσει τα 23 του έτη και πέθανε από υπερβολική χρήση ναρκωτικών έξω από το κλαμπ Viper, που τότε ανήκε στον Johnny Depp. Η καταμέτρηση μόλις είχε ξεκινήσει.
Όταν ήρθε το 1998 υπήρξε η αμυδρά ψευδαίσθηση ότι το μοτίβο της μοίρας του θα αποκτήσει θετική ενδυμασία. Δυστυχώς όχι. Γιατί μπορεί το 1998 να ερωτεύτηκαν παράφορα με την ηθοποιό Jennifer Syme, μπορεί να παντρεύτηκαν μέσα σε ένα χρόνο και να είχαν την ευτυχία να συλλάβουν παιδί άμεσα, όμως μηδένα προ του τέλους μακάριζε.

Το παιδί γεννήθηκε ένα μήνα πριν από το αναμενόμενο και πέθανε στη γέννα. Η απώλεια ενός παιδιού ή γενικά κάθε τέτοιου μεγέθους απώλεια φέρνει δύο αποτελέσματα. Ή σου δημιουργεί την ανάγκη να ενωθείς με τον άλλον στην οδύνη και την αποζητάτε μαζί ή σας κλειδώνει τόσο στο μέσα σας, ώστε θέλετε να απομακρυνθείτε από τον άλλο. Γιατί; Γιατί σας θυμίζει αυτή την οδύνη. Ο Reeves και η Syme χώρισαν στα τέλη του 2000.

Keanu Reeves

Το 2001 ήρθε ο «χωρισμός» της Syme από την ζωή. Καθώς επέστρεφε από ένα πάρτι, το αμάξι της ανετράπη, εκείνη εκτοξεύτηκε και πέθανε ακαριαία. Δεν πιστεύω ότι θα υπήρχε κανείς που να είχε βιώσει τις απώλειες του Reeves και θα πάλευε να ζει. Η συνέπεια βέβαια ήταν να πάψει να προσμένει βαθύ δέσιμο με τους ανθρώπους και δη στο ερωτικό κομμάτι. Η σχέση του με την Diane Keaton ήταν μια σχέση στοργής ως επί το πλείστον.
Μπορούν τα πράγματα να χειροτερέψουν; Μπορούν. Με την θλίψη για τις δύο απώλειες να είναι πολύ νωπή, ο Keanu μαθαίνει ότι η αδερφή του Kim πάσχει από λευχαιμία. Το 2002 η λευχαιμία ήταν μια ασθένεια με τρομακτικά μεγάλο ποσοστό θανάτου. Όχι τόσο για το πόσο ανίατη είναι, αλλά γιατί η θεραπεία της κόστιζε πολλά περισσότερα χρήματα.

Η ηλιαχτίδα σε αυτή τη διαρκή συννεφιά για τον ηθοποιό ήταν ότι το Matrix αποτέλεσε μια τεράστια εμπορική επιτυχία και του απέφερε τόσα πολλά λεφτά, ώστε δεν χρειάστηκε να σκεφτεί στιγμή που θα τα διαθέσει. Βάλτε σε αυτό ότι από τα 114 εκατομμύρια δώρισε τα 80 στο επιτελείο των ταινιών και αυτομάτως έχουμε έναν άνθρωπο που καταργεί μόνος του την ιδιότητα του ηθοποιού. Που δεν μας επιτρέπει να τον δούμε-κρίνουμε έτσι.

Η αδερφή του είναι ακόμα ζωντανή, χωρίς να έχει γλυτώσει απ΄αυτό. Είναι όμως εδώ. Δείχνει τρομερή αντοχή και διανύει σήμερα το 52ο έτος της. Ίσως εκείνη να αποτελέσει την απαρχή για τον θετικό Νόμο του Μέρφι στη ζωή του Keanu.

Το σίγουρο είναι ένα. Ο στενοχωρημένος Reeves, που κάθεται μόνος στο παγκάκι και τρώει το μπέιγκελ του, δεν πούλησε ποτέ κάποια σπουδαιότητα στην ερμηνευτική του πορεία. Έκανε απλά τις ταινίες και ό,τι άλλο για να χρηματοδοτεί οργανισμούς που αφορούν σε ανίατες ασθένειες και να στηρίζει την οικογένεια του. Γι΄αυτό ας δούμε λίγο διαφορετικά το πως κρίνουμε κάποιους ανθρώπους!

Πηγή

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

'Έφυγε ο Τζίμης Πανούσης


  'Έφυγε ο Τζίμης Πανούσης

Έφυγε απο τη ζωή σε ηλικία 64 ετών ο Τζίμης Πανούσης.  Ο μουσικός υπέστη ανακοπή ενώ βρισκόταν στο σπίτι του και μεταφέρθηκε εσπευσμένα με ασθενοφόρο στον Ερυθρό Σταυρό, όπου παρά τις προσπάθειες ανάνηψης, δεν κατέστη δυνατό να επανέλθει.

Θυμίζουμε πως στις αρχές Δεκεμβρίου ο "Τζιμάκος" είχε καταρρεύσει στη σκηνή κατά τη διάρκεια της εμφάνισής του σε μαγαζί της Αθήνας και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, όπου και νοσηλεύτηκε για λίγες ημέρες.


Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο του bbr ΕΔΩ

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Το μυστικό του Σωκράτη για να πετύχεις οτιδήποτε επιθυμείς


Το μυστικό του Σωκράτη για να πετύχεις οτιδήποτε επιθυμείς

Καθώς ο Πλάτων έκανε βόλτα, ένα πρωινό με τον δάσκαλο του Σωκράτη, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και τον ρώτησε ποιο είναι το μυστικό για να πετύχεις οτιδήποτε.

Ο Σωκράτης δεν απάντησε και ο Πλάτων από σεβασμό δεν επίμεινε, λίγο πριν φτάσουν όμως στην πηγή στερνή για να πιουν νερό, δεν άντεξε και ξαναρώτησε…

Τότε ο δάσκαλος έσκυψε ήπιε νερό και έπιασε άγρια τον Πλάτωνα από τα μαλλιά και έβαλε το κεφάλι του βίαια μέσα στη γούρνα και λίγο πριν πνιγεί τον απελευθέρωσε ενώ εκείνος τραβήχτηκε παίρνοντας βαθιά ανάσα.

Μετά από λίγη ώρα και αφού ο Πλάτων είχε συνέλθει ο Σωκράτης είπε:
“Θα πετύχεις μόνον όταν στην επιθυμία σου βάλεις, την ίδια δύναμη που έβαλες τώρα για να ζήσεις. Οι άνθρωποι Πλάτων έχουν επιθυμίες, που αν δεν γίνουν σφοδρές επιθυμίες θα παραμείνουν μόνον φαντασιώσεις».

πηγή

Πυθέας ο Μασσαλιώτης: Ο Αρχαίος Έλληνας θαλασσοπόρος που εξερεύνησε τις Υπερβόρειες Θάλασσες.

Πυθέας ο Μασσαλιώτης: Ο Αρχαίος Έλληνας θαλασσοπόρος που εξερεύνησε τις Υπερβόρειες Θάλασσες.
 
Το 600 π.χ. περίπου, κοντά στις εκβολές του Ροδανού ποταμού στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται η περιοχή της Προβηγκίας στις ακτές της νότιας Γαλλίας, κατά τον Δεύτερο Ελληνικό Αποικισμό, είχε ιδρυθεί από τους Φωκαείς, μία από τις σπουδαιότερες Ελληνικές αποικίες. Αυτή ήταν η πόλη της Μασσαλίας. Η Μασσαλία σύντομα εξελίχθηκε σε ένα σημαντικό θαλάσσιο εμπορικό κέντρο. Τον 4ο αιώνα π.χ., ο έντονος εμπορικός ανταγωνισμός μεταξύ των Ελληνικών πόλεων-κρατών και των Καρχηδόνιων είχε περάσει και σε γεωπολιτικό επίπεδο. Οι Καρχηδόνιοι ήδη είχαν επεκταθεί στις βόρειες ακτές της Αφρικής από το σημερινό Μαρόκο μέχρι και την σημερινή περιοχή της δυτικής Λιβύης. Θέλοντας λοιπόν να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο της Μεσογείου, κατέλαβαν το πέρασμα του Γιβραλτάρ και τις νότιες ακτές της Ιβηρικής χερσονήσου, λεηλατώντας μάλιστα και δύο αποικίες των Μασσαλιωτών στην Ιβηρική χερσόνησο, την Μαινάκη και το Ημεροσκόπειον. Επίσης είχαν καταφέρει να ελέγχουν και όλα τα περάσματα από την Κορσική μέχρι και εκείνο μεταξύ της δυτικής Σικελίας και της Τυνησίας όπου εκεί τότε βρισκόταν η πόλη της Καρχηδόνας, υποβάλλοντας έτσι την Μασσαλία σε πλήρη ναυτικό αποκλεισμό από τις υπόλοιπες Ελληνικές πόλεις.
   Η πρώτη λύση διεξόδου προς την θάλασσα που σκέφτηκαν οι Μασσαλιώτες, ήταν μέσω των ποταμών της κεντρικής Ευρώπης προς τον Ατλαντικό ωκεανό. Αλλά οι σημαντικές απώλειες που είχαν τα πλοία τους από τις ενέδρες που έστηναν εχθρικές φυλές, έκαναν τους Μασσαλιώτες να εγκαταλείψουν σύντομα την ιδέα αυτή. Η ανάγκη όμως για εύρεση θαλάσσιων εμπορικών δρόμων παρέμενε και με τον καιρό γινόταν όλο και εντονότερη. Τότε οι Μασσαλιώτες έμποροι στράφηκαν σε έναν σπουδαίο ναυτικό και γεωγράφο ο οποίος θα αναλάμβανε να βρει νέους θαλάσσιους δρόμους που θα τόνωναν και πάλι το εμπόριο της πόλης. Αυτός ήταν ο Πυθέας.


  Με δύο πλοία πεντηκόντορους και ογδόντα άνδρες για πλήρωμα, ο Πυθέας αναχώρησε το 331 π.χ. από το λιμάνι της Μασσαλίας, κατευθυνόμενος δυτικά και κατά μήκος των νότιων ακτών της Ιβηρικής χερσονήσου. Υπό τον κίνδυνο η αποστολή να δεχθεί επίθεση από τα πλοία των Καρχηδόνιων, τα δύο πλοία του Πυθέα, έπλεαν με την συνοδεία πολεμικών πλοίων μέχρι να απομακρυθούν από τις περιοχές που έλεγχαν οι Καρχηδόνιοι. Φτάνοντας στον πορθμό του Γιβραλτάρ, η νηοπομπή των Μασσαλιωτών ήρθε αντιμέτωπη με τα Καρχηδονικά πλοία που περιπολούσαν την περιοχή. Οι Μασσαλιώτες όμως, όντας καλύτεροι ναυτικοί και ναυμάχοι, έτρεψαν τα εχθρικά πλοία σε φυγή, καταλαμβάνοντας μάλιστα και δύο από αυτά. Το γεγονός αυτό, έκανε τους Καρχηδόνιους να πιστέψουν πως τα πλοία που συνόδευαν τον Πυθέα, ήταν μόλις τα πρώτα πλοία που είχαν φτάσει από μια γενικευμένη επίθεση των Μασσαλιωτών εναντίων τους. Έτσι, οι Καρχηδόνιοι στράφηκαν στην οχύρωση των πόλεων τους. Εκμεταλλευόμενος αυτήν την σύγχυση αλλά και την ανικανότητα των Καρχηδόνιων να πλέουν νύχτα, ο Πυθέας πέρασε τον Πορθμό του Γιβραλτάρ και τα πολεμικά πλοία που τον συνόδευαν επέστρεψαν στην Μασσαλία με την λεία τους. 

   Τα δύο πλοία του Πυθέα, συνέχισαν το ταξίδι τους κάνοντας τον περίπλου της Ιβηρικής χερσονήσου και περνώντας τον Βισκαϊκό κόλπο, έφτασαν στην Βρετάνη. Εκεί, ο Πυθέας,  έκανε τις πρώτες σπουδαίες για την εποχή παρατηρήσεις του. Κατέγραψε το φαινόμενο της παλίρροιας και έδωσε πρώτος την εξήγηση πως αυτό οφείλεται στις κινήσεις της Σελήνης και των ουρανίων σωμάτων. Κατέγραψε επίσης το θαλάσσιο ρεύμα της περιοχής, έτσι ώστε να το εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο κατά την συνέχεια του ταξιδιού του. Το σημαντικότερο όμως, το οποίο είχε να κάνει με την εμπορική επιτυχία της αποστολής, είναι πως εκεί βρέθηκαν αυτόχθονες που έκαναν εξόρυξη κασσιτέρου. Αν και ο Πυθέας είχε κάθε λόγο πλέον να πάρει τον δρόμο της επιστροφής, συνέχισε το ταξίδι του, πλέοντας βόρεια μέχρι που έφτασε στις ακτές της Κορνουάλης (νοτιοδυτικό άκρο της Αγγλίας).

   Στην Κορνουάλη ο Πυθέας ανακάλυψε μία ακόμα πηγή κασσιτέρου. Εξερεύνησε τα νησιά δυτικά του ακρωτηρίου τα οποία και ονόμασε Οιστρυμίδες Νήσους. Τα νησιά αυτά σήμερα είναι γνωστά ως Νησιά Σίλι (Isles of Scilly). Από την Κορνουάλη, ο Πυθέας έκανε τον περίπλου της Αλβιώνας (σημερινή Μεγάλη Βρετανία), καταγράφοντας και εξερευνώντας αρκετά μέρη του νησιού, όπως και τον ποταμό Τάμεση, αρκετούς αιώνες πριν κατοικηθεί η περιοχή που σήμερα βρίσκεται η πόλη του Λονδίνου. Φτάνοντας και πάλι στην Κορνουάλη, ο Πυθέας γίνεται ο πρώτος που καταγράφει την Μεγάλη Βρετανία ως νησί, υπολογίζοντας μάλιστα την περίμετρο της με απόκλιση μόλις 2,5 τοις εκατό από την πραγματική. 

   Από την Κορνουάλη, κατευθύνθηκε ανατολικά, πέρασε τον πορθμό του Ντόβερ φτάνοντας στις εκβολές του ποταμού Έλβα τον οποίο και εξερεύνησε αναζητώντας δίοδο προς την Μαύρη θάλασσα. Στον Έλβα, ο Πυθέας και οι άνδρες του ήρθαν σε επαφή με διάφορες φυλές ιθαγενών προσεγγίζοντας τες ειρηνικά. Ο Πυθέας, βλέποντας πως δεν μπορούσε να βρεθεί δίοδος από τον Έλβα, έπλευσε προς την Βόρεια Θάλασσα και κατευθύνθηκε προς την Βαλτική, φτάνοντας μέχρι τα νησιά Ώλαντ που βρίσκονται στις νοτιοδυτικές ακτές της Φινλανδίας. Εκεί ο Πυθέας έψαξε και πάλι για κάποια δίοδο προς την Μαύρη θάλασσα. Ψάχνοντας και εξερευνώντας μέσα σε μια πλειάδα από νησιά, ποτάμια και βάλτους που φάνταζαν χωρίς τέλος, οι άνδρες του Πυθέα, άρχισαν να εξαντλούνται. Βλέποντας πως οι προσπάθειες του δεν απέδιδαν καρπούς, αποφάσισε να συνεχίσει το ταξίδι του περνώντας στις απέναντι ακτές, εκεί που σήμερα βρίσκεται η περιοχή της Στοκχόλμης, συνεχίζοντας μέχρι τις νότιες ακτές της Νορβηγίας. Τα έντονα καιρικά φαινόμενα που συνάντησε εκεί, τον προέτρεψαν να εγκαταλείψει την περιοχή και να επιστρέψει στην Κορνουάλη. 

   Φτάνοντας και πάλι στην Κορνουάλη, συνέχισε το ταξίδι του πλέοντας αυτή την φορά βόρεια. Διέσχισε την Ιρλανδική θάλασσα και συνέχισε φτάνοντας στις Ορκάδες νήσους (σημερινά Orkney Islands) όπου εκεί ανεφοδίασε τα πλοία του. Από εκεί ο Πυθέας με τα πλοία του συνέχισε το ταξίδι του ακόμα βορειότερα, σαν να ήθελε να φτάσει στην βόρεια άκρη του κόσμου. Έφτασε σε ένα νησί που ο ίδιος ονόμασε Θούλη. Για το ποιο ήταν το νησί της Θούλης, κανείς δεν γνωρίζει. Οι εικασίες των ερευνητών ξεκινούν από τα Νησιά Φερόε και φτάνουν μέχρι και την Γροιλανδία. Συνεχίζοντας βόρεια του νησιού αυτού, ο Πυθέας γίνεται ο πρώτος που περιγράφει τους Πολικούς πάγους ως μια πυκνόρρευστη μάζα όπου εκεί κανείς δεν μπορεί να πλεύσει και πως το κυρίαρχο στοιχείο ήταν το ψύχος. Ο Πυθέας επίσης περιέγραψε για πρώτη φορά τον Μεσονύκτιο Ήλιο, κάτι που μαρτυρά πως πέρασε βόρεια του Αρκτικού Κύκλου όπου εκεί τους θερινούς μήνες ο Ήλιος δεν δύει.  

   Οι παρατηρήσεις του Πυθέα διασώθηκαν από αντιγραφές αποσπασμάτων που έκαναν μεταγενέστεροι συγγραφείς όπως ο Διόδωρος, ο Πλίνιος και ο Στράβων. Ο Στράβων μάλιστα, χρησιμοποίησε αποσπάσματα από τις παρατηρήσεις αυτές, ειρωνευόμενος και παρουσιάζοντας τες ως παράλογες, καθώς τα φαινόμενα που είχε περιγράψει ο Πυθέας ήταν ακατανόητα και πρωτοφανή για τους πολιτισμούς της Μεσογείου. Έστω και με αυτόν τον τρόπο όμως, τα κείμενα του Στράβων μας φέρνουν στο φως πολύτιμα στοιχεία για το ταξίδι του Πυθέα. Αν αναλογιστούμε την έκταση του ταξιδιού αυτού παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες που συνάντησαν ο Πυθέας και οι ναύτες του, αλλά και τις πολύτιμες πληροφορίες που άφησε ως παρακαταθήκη για τους μεταγενέστερους γεωγράφους και εξερευνητές, δικαίως το ταξίδι αυτό θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα της Ιστορίας των Ναυτικών Ανακαλύψεων, όπως και ο Πυθέας ένας από τους σπουδαιότερους θαλασσοπόρους εξερευνητές. 



Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Τι σημαίνει Έθνος; Μια συγκλονιστική απάντηση από τον καταξιωμένο ηθοποιό Γιάννη Βογιατζή


Τι σημαίνει Έθνος; Μια συγκλονιστική απάντηση από τον καταξιωμένο ηθοποιό Γιάννη Βογιατζή

Διαβάζοντας την συνέντευξη του 88χρονου ηθοποιού μας Γιάννη Βογιατζή συγκλονίστηκα.!
Σε ερώτηση της δημοσιογράφου Μαρίας Ανδρέου: Τι σημαίνει έθνος και πώς διαμορφώνεται η εθνική συνείδηση; ο μεγάλος αυτός άνθρωπος,καλλιτέχνης και Ελληνας απάντησε:

Στο σχολείο είχαμε έναν ιταλό καθηγητή, με λατρεία στην ελληνική παιδεία, τον Κάρλο Μπρικέλι. Μας έκανε ιταλικά και μας μάθαινε να λέμε ότι στο αίμα μας ρέει αίμα ιταλικό. Τότε όλα τα παιδιά και χωρίς να συνεννοηθούμε -αυτή είναι πιο η δυνατή μου ανάμνηση, που με κάνει και κλαίω όταν θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια- φωνάζαμε:
 

«Στο αίμα μας ρέει αίμα ελληνικό»! Οι κατακτητές πιστεύουν ότι με την προπαγάνδα μπορούν να αλλάξουν οι λαοί. Η συνείδηση ενός έθνους φτιάχνεται από την κοινή γλώσσα, την ιστορία και τη γνώση του ποιος είσαι. Το κράτος δεν έχει την ίδια ισχύ με το έθνος.

Κράτος φτιάχνεις με τη μείξη πολλών εθνοτήτων. Αυτά τα κράτη συνήθως είναι σκληρά απέναντι στους πολίτες τους. Η ελευθερία δεν παρέχεται αφειδώς στις εθνότητες, για να μην μπορούν να ξεσηκωθούν και το κράτος διαλυθεί. Δεν υπάρχει ουσιαστική δημοκρατία. Ενώ στο έθνος υπάρχει ο άγραφος νόμος των εθίμων, των κοινών αγώνων και καημών, του πολιτισμού, της θρησκείας, των παρόμοιων χαρακτηριστικών.


Για αυτό είμαστε τυχεροί που ζούμε σε μια χώρα που δεν χάθηκε ποτέ το εθνικό της DNA, ακόμη και με τετρακόσια χρόνια τουρκικής σκλαβιάς.


Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Simply… ο Μπεστ (Αφιέρωμα)

Simply… ο Μπεστ (Αφιέρωμα)

Σαν σήμερα πριν από 12 χρόνια το παγκόσμιο ποδόσφαιρο έχασε έναν από τους πλέον προικισμένους «καλλιτέχνες» του, αλλά κι έναν αυτοκαταστροφικό άνθρωπο, τον Τζορτζ Μπεστ. 

Ήταν απλώς… ο Τζορτζ Μπεστ. Το ταλέντο του αρκούσε για να τον κατατάξει μεταξύ των κορυφαίων ποδοσφαιριστών όλων των εποχών. Όμως η αγάπη του για το σεξ, το αλκοόλ και τον τζόγο ήταν η αιτία που δεν κατάφερε να φτάσει ακόμη ψηλότερα και τελικά αποτέλεσαν την αυτοκαταστροφή του.

Σαν σήμερα πριν από 12 χρόνια ο Βορειοϊρλανδός έφευγε από τη ζωή. Μόλις στα 59 του χρόνια, αλλά χωρίς να εκπλήξει κανέναν αυτή η κατάληξη της άσωτης ζωής του.

Από το γκαράζ του σπιτιού του στο Μπέλφαστ, όπου άρχισε να κλωτσά ένα μπαλάκι του τένις μιμούμενος το ποδοσφαιρικό του είδωλο, Φέρεντς Πούσκας, μέχρι την «ανακάλυψή» του από τον κυνηγό ταλέντων της Μαν. Γιουνάιτεντ, Μπομπ Μπίσοπ, στα 15 του, δεν χρειάστηκε πολύς καιρός για να λάμψει το άστρο του. Η… οντισιόν από τον μεγάλο Ματ Μπάσμπι παρομοιάστηκε από τον ίδιο στην αυτοβιογραφία του με συνάντηση με το Θεό και δύο χρόνια μετά, το Μάιο του 1963 υπέγραφε το πρώτο επαγγελματικό του συμβόλαιο.

Από εκεί και πέρα, όλα πήραν το δρόμο τους… μέχρι να λοξοδρομήσει. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου έκανε ντεμπούτο απέναντι στη Γουέστ Μπρομ και το Δεκέμβριο άνοιξε λογαριασμό σκοράροντας απέναντι στην Μπέρνλι, συνθέτοντας σύντομα μαζί με Τσάρλτον και Λόου την περίφημη «Αγία Τριάδα» στην επίθεση της ομάδας. Ένα τέτοιο ταλέντο ήταν πολυτέλεια για τη Βόρεια Ιρλανδία, που τον κάλεσε στις τάξεις της και τον έχρισε διεθνή για πρώτη φορά απέναντι στην Ουαλία.

Σύντομα το άστρο του έλαμψε και εκτός των «στενών» για τη λάμψη του ορίων του Ηνωμένου Βασιλείου. Η νίκη με 5-1 επί της Μπενφίκα στη Λισαβόνα για τα προημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών αποτέλεσε μια από τις μεγαλύτερες παραστάσεις της καριέρας του, ενώ το 1968 αναδείχθηκε πρωταθλητής Ευρώπης και πήρε τη Χρυσή Μπάλα. Η αποχώρηση του Ματ Μπάσμπι από την τεχνική ηγεσία στοίχισε στον «εύθραυστο» ψυχολογικά Τζόρτζι, που παραδόθηκε γρήγορα στις εφήμερες απολαύσεις. Πήγαινε τελευταίος για ύπνο και… προπόνηση, η προσωπική του ζωή απασχολούσε περισσότερο από τις επιδόσεις του στον αγωνιστικό χώρο και η μπάλα ήταν εμφανές πως πλέον δεν είχε τον πρώτο ρόλο στη ζωή του. «Αν είχα γεννηθεί πιο άσχημος, ίσως ο κόσμος να μην μάθαινε ποτέ κάτι για τον Πελέ», είχε δηλώσει μεταξύ σοβαρού και αστείου…

Το 1974, αφότου έμεινε εκτός αποστολής του αγώνα με την Πλίμουθ, ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τη Μαν. Γιουνάιτεντ. Έκτοτε δεν στέριωσε σε καμία ομάδα και μπαινόβγαινε σε κλινικές αποτοξίνωσης και στα αστυνομικά τμήματα, ενώ έκανε και φυλακή για δύο μήνες.

Ο κατήφορός του δεν είχε σταματημό και το 1998, όταν σε εξετάσεις που του έγιναν διαπιστώθηκε πως το ποσοστό αλκοόλ στο αίμα του άγγιξε το 50% (!), έφτασε ένα βήμα από την αυτοκτονία. «Είχα πει πως σε μέσα σε ένα μήνα θα έκανα τα πράγματα που ήθελα και μετά θα αυτοκτονούσα στις Μπαχάμες», αποκάλυψε το 2001, αλλά δεν το έκανε πράξη ποτέ. Φρόντισαν, όμως, να του στοιχίσουν τη ζωή τα προβλήματα υγείας που απέκτησε από τις καταχρήσεις, αφού ούτε η μεταμόσχευση ήπατος το 2002 ήταν ικανή για να τον σώσει. Η αρχή του τέλους ήταν η εισαγωγή του την 1η Οκτωβρίου του 2005 σε νοσοκομείου του Λονδίνου με οξεία πνευμονία. Ο αδυνατισμένος οργανισμός του υπέκυψε στις 25 Νοεμβρίου.






πηγή

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Οι ατάκες του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον που έγραψαν ιστορία


 Οι ατάκες του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον που έγραψαν ιστορία

6-11-1986 ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον αναλάμβανε την τεχνική ηγεσία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, διαγράφοντας μια θρυλική πορεία στον πάγκο της. To Sport24.gr θυμίζει ατάκες του που έγραψαν ιστορία.


Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είναι αναμφισβήτητα μια από τις μεγαλύτερες μορφές όχι μόνο του βρετανικού, αλλά και του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Στον πάγκο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ μπόρεσε να διδάξει την τέχνη της προπονητικής. Στη διάρκεια της τεράστιας καριέρας του δημιούργησε αμέτρητες ομάδες "κόκκινων διαβόλων", σαρώνοντας τίτλους και διακρίσεις μέσα και έξω απ’ το νησί.

Ήταν 6 Νοεμβρίου του 1986 όταν ο Φέργκιουσον παρουσιάστηκε επίσημα από την Μάντσεστερ ως ο διάδοχος του Ρον Άτκινσον. Από τότε έχτισε μια πραγματική ποδοσφαιρική δυναστεία, μετατρέποντας την Γιουνάιτεντ από κομπάρσο σε απόλυτο πρωταγωνιστή. Στην πορεία των χρόνων κατέκτησε τα πάντα, έφτιαξε ακατάρριπτα ρεκόρ και πέτυχε μοναδικούς θριάμβους όπως το treble του 1999 με την μεγάλη ανατροπή απέναντι στην Μπάγερν.

Ως γνήσιος Σκωτσέζος, ο Σερ Άλεξ δε μάσησε ποτέ τα λόγια του. Ευθύς, αθυρόστομος, "τσεκουράτος" και τελείως αντισυμβατικός, μας πρόσφερε απλόχερα μια πολύτιμη συλλογή από ατάκες και χαρακτηρισμούς που έγραψαν τη δική τους ιστορία.

25 χρόνια πίσω. Ο σερ Άλεξ Φέργκιουσον την ημέρα της επίσημης παρουσίασής του από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ (6-11-1986)

Το Sport24.gr μάζεψε 25 από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις του και σας τις παρουσιάζει. Επειδή σε αρκετές από αυτές ήταν δύσκολο να αποδοθεί το ακριβές νόημα στη μετάφραση (ειδικά λόγω της απερίγραπτης αθυροστομίας του!), παραθέτουμε τις ατάκες και στα αγγλικά. Έτσι ή αλλιώς πάντως, είμαστε σίγουροι ότι θα απολαύσετε τον ιδιαίτερο τρόπο του Σερ Άλεξ να απευθύνεται σε παίκτες, προπονητές, διαιτητές και δημοσιογράφους!

1. Only true champions come out and show their worth after defeat – and I expect us to do that.

Μόνο οι πραγματικοί πρωταθλητές βγαίνουν έξω και δείχνουν την αξία τους μετά από μια ήττα. Και περιμένω από εμάς να το κάνουμε αυτό.
(Ο Σερ Άλεξ μετά την ήττα από την Άρσεναλ για δεύτερη φορά μέσα στο 2006)

2. You’re a fuckin’ bottler Incey! You cannae handle the stage, can you? You are a fuckin’ bottler!

Είσαι ένας γαμ...νος φλώρος Ίνσι! Δεν μπορείς να αντέξεις την πίεση, έτσι δεν είναι; Είσαι ένας γαμ...νος φλώρος!
(Ο Σερ Άλεξ στον Πολ Ινς σε διακοπή ημιχρόνου το 1994)

3. I can’t believe it. I can’t believe it. Football. Bloody hell!

Δεν μπορώ να το πιστέψω. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Ποδόσφαιρο. Την πίστη μου μέσα!
(Ο Σερ Άλεξ μετά την απίστευτη ανατροπή στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ στις 26 Μαΐου του 1999).

4. That’s absolute bollocks, that. Absolute nonsense.

Αυτά είναι τελείως μαλακίες. Τελείως ανοησίες.
(Ο Σερ Άλεξ στον Τύπο, όταν τον Νοέμβριο του 2005 ρωτήθηκε αν εκείνη η εβδομάδα ήταν η χειρότερη της καριέρας του).


5. At the end of this game, the European Cup will be only six feet away from you and you’ll not even be able to touch it if we lose. And for many of you that will be the closest you will ever get. Don’t you dare come back in here without giving your all.

Στη λήξη του παιχνιδιού, το Κύπελλο Πρωταθλητριών θα βρίσκεται μόλις δυο μέτρα μακριά σας και δεν θα μπορείτε ούτε καν να το αγγίξετε αν χάσουμε. Και για πολλούς από εσάς αυτό θα είναι το κοντινότερο που θα το πλησιάσετε ποτέ. Μην τολμήσετε να γυρίσετε εδώ μέσα, χωρίς να τα δώσετε όλα.
(Ο Σερ Άλεξ στο ημίχρονο του τελικού του Τσάμπιονς Λιγκ το 1999).

6. It would have been Sir Matt Busby’s 90th birthday today, but I think he was up there doing a lot of kicking.

Σήμερα θα ήταν τα 90ά γενέθλια του Σερ Ματ Μπάσμπι, όμως νομίζω ότι πήρε μέρος κι αυτός στο παιχνίδι από εκεί πάνω.
(Ο Σερ Άλεξ μετά την κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ το 1999).

7. My greatest challenge is not what’s happening at the moment, my greatest challenge was knocking Liverpool right off their fucking perch. And you can print that.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα δεν είναι αυτό που συμβαίνει τώρα, η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα ήταν να γκρεμίσω τη Λίβερπουλ από τη γαμ...ένη κορυφή. Και αυτό μπορείτε να το τυπώσετε.
(Ο Σερ Άλεξ απαντά στην Guardian στα σχόλια του Άλαν Χάνσεν για το μέλλον του στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ τον Σεπτέμβριο του 2002).

8. Just fucking patch him up.

Γαμώτο, απλά μπαλώστε τον.
(Ο Σερ Άλεξ απευθυνόμενος στο ιατρικό τιμ της Μάντσεστερ, αφού πριν είχε κλωτσήσει ένα παπούτσι το οποίο είχε πετύχει τον Μπέκαμ στο φρύδι, ανοίγοντας πληγή που χρειάστηκε ράμματα).

9. It was a freakish incident. If I tried it 100 or a million times it couldn’t happen again. If I could, I would have carried on playing!

Ήταν ένα αφύσικο συμβάν. Ακόμα και αν το δοκίμαζα 100 ή και ένα εκατομμύριο φορές, δεν θα μπορούσε να ξανασυμβεί. Αν μπορούσα να το ξανακάνω, θα έπαιζα ακόμα ποδόσφαιρο!
(Ο Σερ Άέξ στους δημοσιογράφους για το ίδιο περιστατικό με τον Ντέιβιντ Μπέκαμ).

10. On you go. I’m no fucking talking to you. He’s a fucking great player. You are fucking idiots.

Εσείς συνεχίστε. Γαμώτο, δεν θα σας μιλήσω. Είναι ένας μεγάλος παίκτης, γαμώτο. Και εσείς είστε γαμ...νοι ηλίθιοι.
(Ο Σερ Άλεξ μιλώντας στον Τύπο για τον Χουάν Σεμπάστιαν Βερόν).


11. I am such a bloody talented guy. I might go into painting or something like that.

Είμαι και γαμώ τους ταλαντούχους τύπους. Θα μπορούσα να το γυρίσω στη ζωγραφική ή σε κάτι παρόμοιο.
(Ο Σερ Άλεξ για τη ζωή του μετά την προπονητική).

12. They say he’s an intelligent man, right? Speaks five languages! I’ve got a 15 year old boy from the Ivory Coast who speaks five languages!

Λένε ότι είναι ένας έξυπνος άνθρωπος, σωστά; Μιλάει πέντε γλώσσες! Ε λοιπόν, εγώ έχω ένα 15χρονο από την Ακτή Ελεφαντοστού που μιλάει πέντε γλώσσες!
(Ο Σερ Άλεξ για τον Αρσέν Βενγκέρ)

13. If he was an inch taller, he’d be the best centre half in Britain. His father is 6ft 2in. I’d check the milkman.

Αν ήταν μια ίντσα ψηλότερος (2.5 cm), θα ήταν ο καλύτερος κεντρικός χαφ στη Βρετανία. Ο πατέρας του είναι 1.88. Μήπως θα έπρεπε να ελέγξουμε τον γαλατά;
(Ο Σερ Άλεξ για τον Γκάρι Νέβιλ).

14. That lad must have been born off side.

Αυτό το παλικάρι πρέπει να γεννήθηκε σε θέση οφσάιντ.
(Ο Σερ Άλεξ για τον Πίπο Ινζάγκι)

15. This pilot move by FIFA will take root and fly.

Αυτό η πιλοτική κίνηση της ΦΙΦΑ θα μπει σε διάδρομο και θα απογειωθεί.
(Ο Σερ Άλεξ για ένα πιλοτικό πρόγραμμα της ΦΙΦΑ).


16. The lads ran their socks into the ground.

Τα παλικάρια σκίστηκαν (τα έδωσαν όλα) στο γήπεδο.
(Ο Σερ Άλεξ για τους παίκτες του).

17. If Chelsea drop points, the cat’s out in the open. And you know what cats are like. Sometimes they don’t come home.

Αν η Τσέλσι χάνει βαθμούς, σημαίνει ότι η γάτα την έχει κάνει. Και ξέρετε πώς πάει αυτό με τις γάτες. Μερικές φορές δε γυρίζουν σπίτι.
(Ο Σερ Άλεξ για την Τσέλσι).

18. He was certainly full of it, calling me Boss and Big Man when we had our post-match drink after the first leg. But it would help, if his greetings were accompanied by a decent glass of wine. What he gave me was paint-stripper.

Με είχε φλομώσει στα Αφεντικό και Μεγάλε όταν πίναμε το ποτό μας μετά τον πρώτο αγώνα. Αλλά θα βοηθούσε πολύ περισσότερο, αν είχε συνοδεύσει τα κοπλιμέντα του με ένα αξιοπρεπές ποτήρι κρασιού. Γιατί αυτό που μου πρόσφερε ήταν νέφτι.
(Ο Σερ Άλεξ για τον Ζοζέ Μουρίνιο).

19. We’re suffering because of what happened against Arsenal. One of my players would have to be hit by an axe to get a penalty at the moment.

Υποφέρουμε από αυτά που συνέβησαν εναντίον της Άρσεναλ. Οι αντίπαλοι θα έπρεπε να χτυπήσουν κάποιον από τους παίκτες μου με τσεκούρι για να πάρουμε πέναλτι.
(Ο Σερ Άλεξ για την κακή διαιτησία σε ματς με την Άρσεναλ).

20. They come out with the “English are so strong, we’re terrible in the air, we can’t do this, we can’t do that”. Then they beat you 3-0.

Έρχονται με τα γνωστά «οι Άγγλοι είναι τόσο δυνατοί, εμείς είμαστε αίσχος στο ψηλό παιχνίδι, δεν μπορούμε να κάνουμε αυτό, δεν μπορούμε να κάνουμε το άλλο». Και μετά σε κερδίζουν 3-0.
(Ο Σερ Άλεξ για τους Ιταλούς).


21. At half time it could have been 20-all. But commonsense took over – or boring football took over!

Στο ημίχρονο το σκορ θα μπορούσε να είναι 20 όλα. Αλλά τελικά επικράτησε η κοινή λογική – ή το βαρετό ποδόσφαιρο!
(Ο Σερ Άλεξ μετά από μια νίκη με 3-2 επί της Φούλαμ το 2005).

22. I remember the first time I saw him. He was 13 and just floated over the ground like a cocker spaniel chasing a piece of silver paper in the wind.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που τον είδα. Ήταν 13 και «επέπλεε» πάνω στο έδαφος σαν ένα κόκερ σπάνιελ που κυνηγάει ένα κομμάτι ασημένιου χαρτιού στον αέρα.
(Ο Σερ Άλεξ για τον Ράιαν Γκιγκς).

23. He was towering over me and the other players were almost covering their eyes. I’m looking up and thinking “if he does hit me, I’m dead”.

Είχε ορθωθεί από πάνω μου και οι υπόλοιποι παίκτες είχαν σχεδόν καλύψει τα μάτια τους. Κοιτάζω πάνω και σκέφτομαι, «αν με χτυπήσει, είμαι νεκρός».
(Ο Σερ Άλεξ για έναν καυγά με τον Πίτερ Σμάιχελ).

24. I bet him he wouldn’t get 15 league goals and I’m going to have to change my bet with him. If he gets to 15, I can change it and I am allowed to do that because I’m the manager. I’m going to make it 150 now.

Του έβαλα στοίχημα ότι δεν θα έφτανε τα 15 γκολ στο πρωτάθλημα και θα χρειαστεί να αλλάξω το στοίχημα μαζί του. Αν φτάσει τα 15 μπορώ να αλλάξω και έχω αυτό το δικαίωμα γιατί είμαι ο προπονητής. Θα το κάνω 150 τώρα.
(Ο Σερ Άλεξ για τον Κριστιάνο Ρονάλντο).

25. What the fuck are you lot playing at? That is the biggest load of shit I’ve ever seen. Not one of you can look me in the eye, because not one of you deserves to have a say. I can’t believe you’ve come here and decided to toss it off like that crap you’re playing out there.

Τι στο διάολο παίζετε ακριβώς; Αυτό είναι το μεγαλύτερο φορτίο από σκατά που έχω δει ποτέ μου. Κανείς από εσάς δεν μπορεί να με κοιτάξει στα μάτια, γιατί κανείς σας δεν έχει το δικαίωμα να μιλήσει. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ήρθατε εδώ αποφασισμένοι να τα τινάξετε όλα στον αέρα με τις μαλακίες που κάνετε στο γήπεδο.
(Ο Σερ Άλεξ στους παίκτες του στο ημίχρονο αγώνα με την Σέφιλντ Γουένσντεϊ το 1998).

Βίντεο: I can’t believe it. I can’t believe it. Football. Bloody hell! Μια από τις χαρακτηριστικότερες ατάκες του σερ Άλεξ μετά την απίστευτη ανατροπή στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ στις 26 Μαΐου του 1999.

 

πηγή

Μαρκήσιος ντε Σαντ: Τα υπόγεια του Χριστιανισμού

 
 Μαρκήσιος ντε Σαντ: Τα υπόγεια του Χριστιανισμού
Ο νους του ανθρώπου αρέσκεται στο να επινοεί φρικωδίες. Έχει επινοήσει την Κόλαση, έχει επινοήσει τον προορισμό για την Κόλαση, έχει φανταστεί τις πλατωνικές ιδέες, τη Χίμαιρα, τη Σφίγγα, τους μη ακέραιους βαθμούς ισχύος, τα...

Μαρκήσιος ντε Σαντ ή τα υπόγεια του Χριστιανισμού

“Μόλις της φέρανε της Σαλώμης την κεφαλή του Ιωάννη, αυτή όντως έκανε το αναμενόμενο: φίλησε τα χείλη σα λυσσασμένη, έγλειψε το αίμα με άφατη ηδονή. Το κακό είναι πως, αν κανείς γλείψει αίμα από κομμένο λαιμό, δεν πάψει ποτέ του να το θέλει, όλο και περισσότερο, με δίψα ακόρεστη που τελειώνει μόνο με τον θάνατο. Η Σαλώμη άφησε το παλάτι, φόρεσε κουρέλια και βγήκε στις αμμουδιές της Γενισαρέτ.

Πλάγιαζε με τους πάντες: ψαράδες, εμπόρους, περαστικούς, ζητιάνους, κι όταν τέλειωναν μέσα της ανίσχυροι από την έκρηξη της γκάβλας, τους καλοέκοβε το κεφάλι και έγλειφε λαίμαργα τον κομμένο λαιμό. Πρέπει ωστόσο να ασκούσε τρομερή γοητεία γιατί κανείς δεν την απέφευγε, ίσα-ίσα είχε γίνει ο θρύλος της Θάλασσας της Γαλιλαίας: κατά χιλιάδες έφταναν για να δοκιμάζουν το θανατηφόρο αγκάλιασμα της. Καθώς μάλιστα είχε αφήσει γένια κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως ήταν η κόρη της Ηρωδιάδας. Σε όσους τη ρωτούσαν απαντούσε, ποιος ξέρει γιατί, πως την έλεγαν και πως ήτανε γιος ξυλουργού”

“Κάποτε οι άνθρωποι επινόησαν το τραγικό (ή: κατέφυγαν στο τραγικό) για να ισορροπήσουν τη ματαιότητα τους”

“Ο νους του ανθρώπου αρέσκεται στο να επινοεί φρικωδίες. Έχει επινοήσει την Κόλαση, έχει επινοήσει τον προορισμό για την Κόλαση, έχει φανταστεί τις πλατωνικές ιδέες, τη Χίμαιρα, τη Σφίγγα, τους μη ακέραιους βαθμούς ισχύος (όπου το μέρος δεν είναι λιγότερο πλήρες από το όλον), τα προσωπεία, τους καθρέφτες, τις όπερες, την τερατολογική Αγία Τριάδα, τον Πατέρα, τον Υιό και το ανεξήγητο Πνεύμα, συναρθρωμένες σε μία και μόνη οντότητα.”

[1. ο ντε Σαντ]

Οι αντιφάσεις του (αντιφάσεις πάνω στις οποίες έπλεξε ο ίδιος τον ιστό του θρύλου του) μας ξεπερνούνε – ή ξεπερνούνε τον κάθε καιρό που παλεύει να τον υποδεχτεί. Τον λογάριασαν για το «πιο ελεύθερο πνεύμα της ιστορίας» (Απολινέρ) – κι ήταν αυτός που έγινε ιεροκήρυκας της σκλαβιάς του άλλου, της ταπείνωσης του άλλου, της βίας και του φόβου επί του άλλου. Υπήρξε ορκισμένος αντιχριστιανός – μα κανένας δε ντελάλισε τη χριστιανική ζεύξη ενοχής-ηδονής όσο αυτός. Ήταν ένα τέκνο του Αιώνα των Φώτων – μα άντλησε την περί ηδονής οπτική του από το φαντασιακό τού πιο πηχτού Μεσαίωνα.

Υποτίθεται πως λάτρεψε το σώμα – μα επέμεινε πως αυτό το σώμα μπορεί να χαλαστεί από έναν ισχυρό που θα εφαρμόσει τον φυσικό νόμο επί ενός αδυνάμου. Θέλησε μανιασμένα να πολεμήσει τον Θεό – κι ήταν αυτός που ανήγαγε την έννοια του Αφέντη ως κεντρικό υποκείμενο της «Φύσης» και της ηδονής. Σιχάθηκε τον όλεθρο των θρησκειών – μα, αν τον διαβάσουμε κατά γράμμα, διακήρυξε το ζέψιμο των ανθρώπων σ’ ένα εξίσου ολέθριο ανθρωποδιορθωτικό σύστημα.

Έτσι αυτόν, τον προγραμματικά αντίθεο, οι οπαδοί του τον ονόμασαν «θεϊκό μαρκήσιο» και διάλεξαν (Γκρος) να βάλουν το βιβλίο του πλάι στη φονική Βίβλο. Άλλοι πάλι, εμπειρότεροι στη μηχανή του τρόμου (Παζολίνι), είδαν πίσω από το φαντασιοκόπημά του ένα στρατόπεδο, ενώ άλλοι (Κλοσόφκσι, Μπλανσό), αφού βάφτηκαν με τα χρώματα του πολέμου του (του τρόμου του), έφτασαν ώς την αυτοαναίρεση ως (μοναδική;) πιθανότητα ερμηνείας του.

Το βέβαιο είναι πως εδώ και δύο αιώνες συνιστά μιαν απροσπέλαστη διανοητική πλεκτάνη (την οποία ο ίδιος έστησε). Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς των αιώνων – απ’ αυτούς που κολλούνε στη συνείδηση σα βδέλλα, ακριβώς γιατί την κυκλώνουν, γιατί παίζουν με τη διανοητική της συγκρότηση, γιατί τη ζυγίζουν σε μιαν αλλόκοτη παλάντζα όπου δεν καλοξέρεις ποιος αποφασίζει γι’ αυτό που θέλεις. Αν λογαριαστεί ως κάτι πέρα από παραμυθάς (και στον κοσμοδιορθωτικό 20ό αιώνα ως τέτοιος κυρίως λογαριάστηκε), ο αντι-ανθρωπισμός του συναγωνίζεται τα μεγαλύτερα κηρύγματα μίσους της ιστορίας: την Αποκάλυψη, το Malleus Maleficarum, το Mein Kampf.

Τον φυλάκισαν, τον εξόντωσαν και αφάνισαν τα τελευταία βιβλία του οι φυσικοί του σύμμαχοι, αυτοί από τους οποίους βύζαξε τον τρόμο: οι Χριστιανοί. Το έρεβος των τρομερών ιστοριών του μαγεύει ακριβώς διότι μοιράζεται ως μυστήριο, ως Θεία κοινωνία: Δεν υπάρχει στην ιστορία των ιδεών αντίθεος συγγραφέας που να λογαριάστηκε τόσο ιεροφάντης όσο αυτός. Κι από το μεγαλειώδες όσο και φοβερό (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης) Κάστρο (ή και Πύργο: Schloß) του Χριστιανισμού, εκείνος, ο Ντονασιέν-Αλφόνς-Φρανσουά Μαρκήσιος ντε Σαντ, δεν άνοιξε την πόρτα της εξόδου – άνοιξε την πόρτα του υπογείου.

Στην αφήγησή του –ή στο κήρυγμά του– η δοξολογία της ενοχικής ηδονής που γεννάει η βία επί του σώματος είχε τόσο αχαλίνωτο έρεβος και τόσο αλυχτισμένην οργή, που οι Χριστιανοί δεν κατάλαβαν ότι ο κόσμος του ήσαν ο κόσμος τους, και κυριολεκτικά τον σάπισαν στη φυλακή. Ο ντε Σαντ είναι μια διανοητική διαδρομή στην καρδιά της χριστιανικής απαγόρευσης. Σ’ αυτή τη διαδρομή, όση βία εφαρμόστηκε πάνω του, τόσο βιαιότερη ήταν η συγγραφική του ορμή προς το έρεβος της θεολογημένης συνείδησης.

Είχε το δαιμονικό ταλέντο και τη συναισθηματική τόλμη να τραβήξει την αντίφασή του πέρα από το όριό της – βαναυσότερα από καθέναν μέχρι τα χρόνια του (μονάχα ο Νίτσε τον επανέλαβε, ίσως ενσωματώνοντας το τραγικό σ’ αυτόν το δρόμο). Διεκδικώντας να ηδονιστεί με τον χριστιανικό τρόμο, ξαναντελάλισε τον τρόμο των αιώνων.

Ο ντε Σαντ είναι ένα χριστιανικό μυστήριο: ποτέ άλλοτε στην ιστορία των ιδεών δεν υπήρξε αγριότερος εχθρών των κοσμοδιορθωτικών θρησκειών του μίσους (που τις ονομάζουν «αγάπη») – και συνάμα ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε αφήγηση με σταλαγμένο τόσο βυζαγμένο χριστιανικό μίσος, ούτε ποτέ άλλοτε δεν περιγράφηκε με τόσο πάθος η επιβολή ως ηδονή, η βία του ανθρώπου προς τον άνθρωπο ως Φύση.

Ο ντε Σαντ είναι ένας από τους μεγαλύτερους φαντασιοκόπους της ιστορίας – και συνάμα ένας από τους μεγαλύτερους φασίστες της ιστορίας (δεν είναι δα η πρώτη φορά που αυτά τα δυο πηγαίνουν μαζί – σκέψου έναν άλλο δεινό φαντασιοκόπο –εκ του αποτελέσματος τον δεινότερο της Ιστορίας– που εν Πάτμω εστάθη επί ακτήν θαλάσσης).

Κάθε ένας που γράφει για τον ντε Σαντ βρίσκεται εκτεθειμένος στην ίδια παγίδα: να μιλήσει για τον φαντασιοκόπο (για τον συγγραφέα) λογαριάζοντάς τον ως πολιτικό φιλόσοφο (ως ηθικό ιεροκήρυκα). Δεν είναι εύκολο ν’ αντισταθείς στην τρομερή γοητεία μιας τόλμης που μπορεί να στηριχτεί από μόνη της, δίχως καμιάν ιδέα ν’ αντέχει να την υποστυλώσει. Μα όποιος μεταφέρει το αναπόφευκτο θάμπωμά του από τον συγγραφέα στον φιλόσοφο-ιεροκήρυκα δοξάζοντας το κοσμοσύστημά του (όπως έκανε ο κόσμος κι ο ντουνιάς – σχεδόν ολάκερη η πρωτοπορία του 20ού αιώνα) σφάλλει παρόμοια μ’ αυτούς που μηδενίζουν τον συγγραφέα αηδιασμένοι με τον ιεροκήρυκα.

Ωστόσο, αν θέλουμε να μετέχουμε στην πνευματική περιπέτεια (πλεκτάνη) που ονομάζεται ντε Σαντ και να μη μηρυκάσουμε πολιτικούς λιβέλους και ύμνους, έχουμε να παλέψουμε με τούτα τα δυο ξεχωριστά: όπως ξεχωριστά βλέπουμε (ή βλέπω εγώ τουλάχιστον) την τέχνη της Ιλιάδας (που, αναμφίβολα, εκκινεί την ανθρώπινη αφηγηματική περιπέτεια) και ξεχωριστά το κοσμοσύστημα που προτείνει η Ιλιάδα (τη δοξολογία τού κόψε-κόψε, την απαρχή του κόσμου όπου η πτωματόστρωση είναι η μοναδική επιλογή της ιστορίας). Αλίμονο: μόνον οι αφηγήσεις με μαγεύουν πια – και κάθε αφήγηση γυρεύει να με ισιάξει.

Αυτό το ξεχώρισμα συγγραφέα και ηθικού ιεροκήρυκα, ειδικά στον ντε Σαντ, δεν είναι διόλου εύκολο – για την ακρίβεια, είναι εξαιρετικά ακροβατικό: η αφήγησή του, το φαντασιοκόπημά του, το παραμύθι του Σαντ (αν έτσι ακούγεται σαφέστερο) αρθρώνεται με όρους κηρύγματος. Η φόρμα του είναι ένα υβρίδιο φιλοσοφικής τερατολογικής παρωδίας, φιλοσοφικής αλληγορίας και (ψευδοπλατωνικού) ψυχαγωγικού διαλόγου: το κείμενό του διαρκώς παρεκτρέπεται, εξοκέλλει, αλληλοδιαδέχεται τον εαυτό του, εξαγγέλλει «διανοητικές επιδημίες», επί της ουσίας αλλάζοντας ανάσες και βηματισμούς, παίζει ένα αδιάκοπο κρυφτό με τη συνείδηση του αναγνώστη του.

Στο τέλος δεν καλοξέρεις τι διάβασες και γιατί το διάβασες, μα είσαι λαχανιασμένος από το παιχνίδι – που σημαίνει πως βγήκες κι εσύ πίσω απ’ το θάμνο σου για να τα φτύσεις. Κάποτε βρίσκεσαι αλαφιασμένος, τρομαγμένος με το κείμενο στα χέρια – νιώθεις ενοχή, θαρρείς, να το κρυφοκοίταξες ενώ το διάβαζες. Ο ντε Σαντ (και για αυτό είναι ανεπανάληπτος συγγραφέας) σου έχει μεταθέσει την αντίφασή του.

[2. η γκάβλα]

Είθισται ο ντε Σαντ να ζυγώνεται με όρους λυρικούς. Είναι η αλήθεια πως αυτό βολεύει· το διανοητικό άπλωμα πάνω στη μεγάλη αντίφαση του φαντασιοκοπήματός του οδηγεί (περίπου επιτακτικά) σε διανοητικές αναγούλες: αφηγητής και κείμενο αλληλοερεθίζονται, ο αναγνωστικός «ορίζοντας προσδοκίας» από νωρίς εγκαταλείπεται, η ανάγνωση γίνεται ενοχή (άρα παύει να είναι ανάγνωση και έχει γίνει υλικό συντελούμενης αμαρτίας και επικείμενης εξομολόγησης), αυτό που εν τέλει απομένει είναι κάτι που τάχα εγκαταλείφθηκε ως πνευματικό κατακάθι – και φυσικά ένα τέτοιο σύμπλοκο δεν προσφέρεται να υποστηρίξει καμιά λογικά στρατευμένη ανάγνωση (που λογαριάζει την αντίφαση για πνευματικό ελάττωμα, για κουσούρι), μήτε βολεύει κανέναν φιλόσοφο που γυρεύει στην ανθρώπινη φαντασία την επιβεβαίωση της κοσμοδιόρθωσης που προτείνει.

Έτσι, μετά τη μούγγα ενός ολόκληρου αιώνα (του 19ου), στον (διόλου σύντομο και πολύ κοσμοδιορθωτικό) 20ό αιώνα τα ωραία (και συνήθως αδειανά) λόγια περίσσεψαν για την περίπτωση του ντε Σαντ, τις περισσότερες φορές πλεγμένα μ’ έναν ανερμάτιστο βερμπαλισμό.

Αν ωστόσο γυρέψουμε να αναμετρήσουμε (όσο μπορούμε) τη σαντική αντίφαση και ν’ αναμετρηθούμε μαζί της (είτε τη λογαριάζουμε για φαντασιοκόπημα, είτε την προσλαμβάνουμε ως μανιφέστο), έχουμε να πάμε πολύ πιο πέρα από τα λόγια του ενθουσιασμού (ή και της αηδίας) και να δούμε τους όρους με τους οποίους υφαίνεται η διανοητική πλεκτάνη του ντε Σαντ: μ’ άλλα λόγια, να δούμε το πώς εκείνος προσδιόρισε με λέξεις τον πόνο, το βασανισμό, το φόνο, την ταπείνωση, την εκμηδένιση του άλλου ως προαπαιτούμενα για την ηδονή, τον σεξουαλικό και πνευματικό ερεθισμό και τη σεξουαλική έκσταση, δηλαδή αυτό που με μια λέξη ονομάζουμε γκάβλα.

Εκεί εξάλλου φωλιάζει και ο βαθύτερος πυρήνας όλης της γοητείας και της φρίκης της χωροκατακτητικής αφήγησης του ντε Σαντ – που δεν είναι άλλος από τη ζεύξη δυο αντιθετικών ροπών, ενός φυσικού ενστίκτου και μιας διανοητικής κατασκευής: της γκάβλας και της τιμωρίας.
Η γκάβλα (σε αντίθεση με την πείνα, το φόβο, την αναμονή του θανάτου, τη νοσταλγία, το μίσος) είναι η μοναδική ανθρώπινη λειτουργία που δεν μπορεί να γίνει διδαχή, να ενταχτεί σ’ ένα θεολογικό Σχέδιο Σωτηρίας.

Η γκάβλα είναι μια ανθρώπινη κατάσταση όπου δε λογαριάζεται ο θάνατος ως τιμωρία για μια παλιά αμαρτία – άρα η γκάβλα είναι ένας χρόνος πέρα από το φόβο. Οι αιώνες του χριστιανισμού είναι οι αιώνες του διωγμού της γκάβλας: από το βιβλίο της Γένεσης μέχρι το Malleus Maleficarum, ο χριστιανισμός (αλλά και κάθε άλλη κοσμοδιόρθωση) ονόμασε τη γκάβλα αμαρτία που θα ακολουθηθεί από μια τιμωρία. Η τιμωρία είναι διανοητική επινόηση των ανθρώπων, μια πυρηνική αυτοθέσμιση, που είτε ερμηνεύει το θάνατο, τον πόνο, τα δεινά της ζωής (τιμωρία του Αφέντη επί των πρωτόπλαστων), είτε αποκαθιστά την τάξη του κόσμου (κάθαρση της αρχαίας τραγωδίας).

Η τιμωρία (όπως όλες οι θεσμίσεις) διδάσκεται για να καταστείλει τις αδίδακτες ανθρώπινες καταστάσεις (τη γκάβλα, τη μελαγχολία, τον έρωτα, τη θλίψη).
Η διανοητική (αφηγηματική) πλεκτάνη του ντε Σαντ είναι το ότι συνειδητά και στοχοθετημένα, με ορμή όχι μόνο ακατάπαυστη αλλά και όλο πιο πολλαπλασιασμένη, έσμιξε την ηδονή (τη γκάβλα) με την τιμωρία, την έζεψε στον ενοχικό τρόμο μιας θρησκείας που πολέμησε την ηδονή – επί της ουσίας, στον τρόμο ενός κόσμου όπου κουμάντα κάνει ο Αφέντης-Τιμωρός. Στην ιστορία των ιδεών κανείς άλλος δεν προχώρησε τούτα τα δύο βιβλία του μίσους (την Αποκάλυψη και το Σφυρί των Μαγισσών) συνδέοντας τη γκάβλα με τη σκλαβιά (το φόβο, το μίσος, την τιμωρία, τη βία, την επιβολή) όσο ο ντε Σαντ.  

Αν δεν υπήρχε, οι παπάδες έπρεπε να τον είχαν εφεύρει, κανείς αντιχριστιανός δεν έδωσε τέτοια πλάτη στο Χριστιανισμό στον αδιάκοπο πνευματικό αγώνα του να λογαριάσει το γυναικείο σώμα ως φύρα στη βία της εξουσίας – κι ήταν ο πρώτος αντιχριστιανός που έντυσε την ελευθερία από τον Θεό με τις αλυσίδες και τα μαστίγια της βίας ενός Αφέντη – δικαιώνοντας όλους τους θεολόγους της ιστορίας. Οι 120 μέρες στα Σόδομα, το δεύτερο βιβλίο της Ιουστίνης, η Ιουλιέτα, η Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ, είναι το Malleus Maleficarum γυρισμένο ανάποδα – εντέλει, το δικαιώνουν.

Έχει γίνει μεγάλη συζήτηση για τις πράξεις που βιάζουν τον άλλον – μια πράγματι εξόχως ηλίθια συζήτηση για το ποια σεξουαλική πρακτική μάς βιάζει ή μας ταπεινώνει. Και μόνο το ότι μιλούνε για πράξεις που βιάζουν αποδείχνει πόσο απροσπέλαστα χριστιανικά είναι τα αντανακλαστικά μας. Φυσικά και δεν υπάρχει πράξη που να μας βιάζει ή να μας ταπεινώνει εφόσον γκαβλώνει όλους όσους συμμετέχουμε σ’ αυτήν, εφόσον όλοι όσοι είμαστε μέσα την αποδεχόμαστε και την επιζητούμε ως γκάβλα. Ο βιασμός και η ταπείνωση είναι υπόθεση που εξαρτάται όχι από την πράξη αλλά από την ανθρώπινη διάθεση έναντι της πράξης – και προσδιορίζεται πάντοτε από τη μη συναίνεση του βιαζόμενου.

Εφόσον υπάρχει συναίνεση (την οποία είναι τουλάχιστον άσκοπο να εξειδικεύουμε ως ελεύθερη – δεν υπάρχει «μη ελεύθερη συναίνεση»), δεν υπάρχει πράξη που να βιάζει ή να ταπεινώνει. Αν δεν υπάρχει συναίνεση για μια πράξη, η πράξη αυτή συνιστά βιασμό – ακόμη κι αν είναι το γλυκύτερο χάδι. Η γκάβλα του καθενός μας είναι ολότελα προσωπική υπόθεση: αναπτύσσεται στον πιο στενό πυρήνα της ατομικότητάς μας και ως τέτοια δεν μπορεί να οριοθετηθεί, να υπαχθεί σε καμιά θεωρία, να κανονιστεί, να συστηματοποιηθεί.

Ο ντε Σαντ βάζει μέσα στη γκάβλα (στην ηδονή) δύο χριστιανικές ντρόγκες: την ταπείνωση και την τιμωρία. Στον κόσμο που πλάθει, οι άνθρωποι ηδονίζονται όταν ταπεινώνουν διότι πιστεύουν στην ταπείνωση και στην τιμωρία. Στα υπόγεια του κάστρου ο ντε Σαντ βρήκε τους πιο αλαλαγμένους χριστιανούς έτοιμους να κατανοήσουν τη γκάβλα ως τιμωρία, ως πόνο, ως φόνο, ως κακία – μ’ άλλα λόγια, έβγαλε στη σκηνή ανθρώπους έτοιμους να τιμωρήσουν, να βασανίσουν για να ηδονιστούν, να σκοτώσουν για να κυριαρχήσουν, κατά παραγγελίαν του Αφέντη τους, κατ’ εικόνα του Αφέντη τους, καθ’ ομοίωσιν του Αφέντη τους.

Σε ‘κείνο το υπόγειο με τα όργανα του βασανισμού γύρω από τα σώματα, κάπου εκεί, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ συναντήθηκε με τους αναγνώστες του – μαζί μας.

[3. η αφήγηση]

Ήταν ο μεγαλύτερος συγγραφέας του αιώνα του και, για μένα τουλάχιστον, ένας από τους (δέκα;) μεγαλύτερους αφηγητές της αιώνων της Δύσης. Γιατί; Στα σίγουρα όχι γιατί πλήρωσε την τρομερή φαντασιοκοπία του με φυλακή και με αργό θάνατο (δεν ήταν ο μόνος κι ούτε αρκεί αυτό), ούτε φυσικά γιατί έγραψε χιλιάδες σελίδες σε εξαιρετικά γαλλικά (και πάλι δεν ήταν ο μόνος – και πάλι δεν αρκεί αυτό) ή γιατί αποτύπωσε τη σκοτεινή αγριότητα αυτού που υστερότερα ονομάστηκε σαδισμός (αυτό του δίνει μια θέση στα βιβλία των ψυχιάτρων/ψυχόμπατσων – στους οποίους, παρεμπιπτόντως, διόλου δεν πιστεύω).

Ο ντε Σαντ, λοιπόν, είναι μοναδικό κι ανεπανάληπτο όριο της λογοτεχνίας γιατί πετυχαίνει την αναγνωστική έλξη διά της ηθικής τρομοκρατίας του αναγνώστη – δηλαδή ουσιαστικά για τον ίδιο λόγο που είναι όριο της λογοτεχνίας η τρομοκρατική (και εξίσου φασιστική ως κήρυγμα) Αποκάλυψη. Ο ντε Σαντ είναι μοναδικό κι ανεπανάληπτο όριο της λογοτεχνίας γιατί το φαντασιοκόπημά του είναι μια υβριδική αφήγηση ηθικών ορμών, ένα τεχνουργημένο πλέγμα αντιφάσεων όπου όχι μόνο τα υπάρχοντα όρια καταργούνται, αλλά τα πάντα δείχνουν επισφαλή.
Γιατί παίζει όλων των λογιών τα συνειδησιακά παιχνίδια: με την ηδονοβλεπτική επιθυμία του αναγνώστη, με την έλξη του απαγορευμένου, με την ηδονή του φόβου – δηλαδή κάνει ένα διαρκές γκελ με τη χριστιανική ενοχή. Γιατί κυκλώνει την (κατά το Διαφωτισμό) άσπιλη συνείδηση με τη χριστιανική παράδοση του κακού, πιτσιλώντας με άγριο αίμα τις ειδυλλιακές (βαρετές) ευτοπίες.

Γιατί μαζί με την ηθική του αντίφαση μεταθέτει σ’ αυτόν που διαβάζει και την ηθική ευθύνη για όσα εκείνος σκέφτηκε για λογαριασμό, θαρρείς του αναγνώστη. Γιατί εμβόλισε στη λογοτεχνία κάτι που είναι πολύ μεγαλύτερο από το σαδισμό, κάτι που αποδείχτηκε πολύ ανθεκτικότερο από το ρομαντισμό: την ηθική παρενδυσία.

Νομίζω πως δεν υπάρχει συγγραφέας στην ιστορία της λογοτεχνίας που να πέτυχε τέτοιο ολοκληρωτικό κρυφτό με τη συνείδηση του αναγνώστη του (στις άλλες δύο περιπτώσεις που η συνείδηση πλήττεται παρόμοια, στον Πόου και στον Ντοστογιέφσκι, θαρρώ πως δεν έχουμε παιχνίδι μα κάτι άλλο). Τούτο το κρυφτό δεν γίνεται με όρους ενός φιλολογικού-κειμενικού παιχνιδιού – γίνεται με όρους ηθικής επιβίωσης. Ένα μόνο (διάσημο ωστόσο) παράδειγμα: το παρενδυτικό παιχνίδι του Θανατερού με την Ιουλιέτα (του ομότιτλου μυθιστορήματος φυσικά), που προσφέρεται θαρρείς ως διανοητικό χωνευτικό μετά από ένα όργιο βασανισμών, φόνων και των ανθρωποφαγιών που έχουν διαπράξει.

Σε μία μόνο ημέρα τα δύο «τέρατα της απόλαυσης» παντρεύονται ντυμένοι στο αντίστροφο του φύλου τους έναν άντρα και μια γυναίκα και κατόπιν με τα πραγματικά τους φύλα παντρεύονται δυο άλλους παρενδεδυμένους. Διακηρυγμένος στόχος του παιχνιδιού: να μολυνθεί η βεβαιότητα της συζυγικής ιδιοκτησίας – της ιδιοκτησίας ανθρώπων. Μα φυσικά το περιστατικό (που μοιάζει με ανακουφιστικό διάλειμμα στα απίστευτα φορτία σαντικής ηδονής, πόνου και αίματος) είναι κάτι πολύ περισσότερο από διακήρυξη, καθώς ουσιαστικά σχηματοποιεί και τη στοχοθεσία ολόκληρης της σαντικής αφήγησης: τη συνειδησιακή αποδόμηση της ταυτότητας, μια ηθική αποπροσωποποίηση που γίνεται με το αδιάκοπο (χριστιανικό) παιχνίδι των διαδοχικών ενοχών.

Η αφήγησή του ένα ανεξέλεγκτο υβρίδιο: ως προς το είδος, ως προς την ορμή, ως προς τη φόρμα, ως προς τον ηθικό (ή και ηθικιστικό) αυτοπροσδιορισμό τους – κυρίως αυτό. Μια επικράτεια αχανής (πάνω από 50 διασωσμένα βιβλία – και άλλα περίπου 20 κατεστραμμένα κι οριστικά χαμένα, γραμμένα τα περισσότερα στο τελευταίο διάστημα του εγκλεισμού του στο Άσυλο του Σεραντόν, ανάμεσά τους και το δεκάτομο μυθιστόρημα Τα Ταξίδια της Φλορμπέλ), κάτι σαν τοξικός βάλτος που αυξάνεται, που θαρρείς τρέφεται από σένα τον ίδιο: περίπου μυθιστορήματα, περίπου νουβέλες, περίπου φιλοσοφικοί διάλογοι που διασπώνται από περίπου θεωρητικές μπροσούρες, περίπου εγκυκλοπαιδικές συναγωγές, περίπου αυτοβιογραφία και περίπου παραβολή.

Ο ίδιος άνθρωπος που στον Πρόλογο του Εγκλημάτων του Έρωτα (αφού δηλώνει ψευδώς πως ποτέ του δεν έγραψε την Νέα Ιουστίνη) ξεκαθαρίζει πως σκοπός του είναι «να ζωγραφίζει το έγκλημα γυμνό, για να το φοβηθεί και να το σιχαθεί ο κόσμος», πέντε χρόνια νωρίτερα, στον Πρόλογο της Φιλοσοφίας στο Μπουντουάρ, διακηρύττει τη μίμηση των ηρώων του ως μοναδική οδό ευτυχίας, για «να σπαρθεί με ρόδα το αγκαθερό μονοπάτι της ζωής». Και στις δύο περιπτώσεις φαινομενικά ηθικολογεί – στην ουσία παίζει το εσωτερικό παιχνίδι της αφήγησής του: την αδιάκοπη υπονόμευση της ηθικής οπτικής αφηγητή και αναγνώστη, ένα mind game όπου όλοι μαζί αντάμα προχωρούμε, πηγαίνοντας όχι προς μια έξοδο αλλά προς το κέντρο.

Παρόμοια υβριδική είναι και η στοχοθεσία της σαντικής αφήγησης: να τρομάξει η να ηδονίσει, να φαντασιοκοπήσει ή να διδάξει, να σκλαβώσει ή να ελευθερώσει, να περιγράψει ή να οραματιστεί – είναι προφανές πως συνιστά συγγραφική επιλογή να μην μπορεί κανείς να διαλέξει. Συνάμα είναι και ηθικό υβρίδιο, ένα αλλόκοτο μείγμα ακραίας (απενοχοποιητικής;) ελευθεροστομίας και ακραίας προσχώρησης στον χριστιανικό τρόμο.

 Ο ντε Σαντ δίχως τον υβριδικό χαρακτήρα της ηθικής εμπλοκής συγγραφέα και αναγνώστη θα ήσαν μια εγκυκλοπαιδική συναγωγή παραδοξοτήτων.
Και πάλι στον Πρόλογο των Εγκλημάτων του Έρωτα, ο ίδιος ο ντε Σαντ περιγράφει την αντίφασή του με εκπληκτική σαφήνεια: “Ο κάθε άνθρωπος κυριαρχείται από δύο ροπές που προσδιορίζουν την ύπαρξή του. Όπου κι αν βρεθεί, θα προσεύχεται και θ’ αγαπάει.” Νά ποια είναι η αφετηρία κάθε μυθιστορήματος μες στους αιώνες. Σ’ αυτές τις δύο ροπές δομήθηκε και η σαντική αντίφαση (η σαντική πλεκτάνη): ο χριστιανικός τρόμος και η ανάγκη για τιμωρία από τον αφέντη φώλιασαν στον πυρήνα της γκάβλας.

Ο ντε Σαντ είναι ένας πειραγμένος χριστιανός συγγραφέας – κι οι πειραγμένοι συγγραφείς μας λιγώνουν (χρησιμοποιώ τη λέξη με τον ίδιο τρόπο που μιλούμε για πειραγμένη μηχανή στα αυτοκίνητα – ας πούμε, πειραγμένος χριστιανός είναι κι ο Νίτσε εκατό χρόνια αργότερα). Χωνεύει μέσα του τη φαντασιοκοπία του Διαφωτισμού επί του μεσαιωνικού τρόμου – στην ουσία, επί του χριστιανικού τρόμου που ταχτάρισε μέσα του το Μεσαίωνα.

Ό ντε Σαντ βυζαίνει τον κόσμο του από τη θηριολογία που ξεκινάει από την Αποκάλυψη του Ιωάννη και φτάνει μέχρι τα εγχειρίδια οδηγιών της Ιερής Εξέτασης – δίχως την Κόλαση του Δάντη δε θα υπήρχε ποτέ. Μιλώντας απερίφραστα για τον πόνο, ουσιαστικά διεκδίκησε όσο κανένας συγκαιρινός του το δικαίωμα να μιλούμε για τον εαυτό μας.

Φαινομενικά είναι ένας ορκισμένος αντιχριστιανός που απευθύνεται σε καταπιεσμένους χριστιανούς γαργαλεύοντας τα χριστιανικά τους απωθημένα. Μα, λογαριάζοντας τον πόνο ως τιμωρία και συνδέοντας την ηδονή με την αποδοχή της αμαρτίας, ουσιαστικά αποδέχεται την αμαρτία – το ότι χρειάζεται φράχτης για να κοιτάξουμε πέρ’ απ’ αυτόν. Ουσιαστικά, τούτο το ζεύγμα μοιάζει μ’ ένα σκύλο που τρέχει να δαγκώσει την ουρά του – κάποτε με σκορπιό που αυτοθανατώνεται.

Το πόσο βαθύς χριστιανός είναι ο ντε Σαντ φαίνεται και στο ότι είδε τα σωματικά υγρά ως απώτατη ντροπή, ως τιμωρία. Όταν χύνει μέσα στη «Θεία Κοινωνία» για να τη μιάνει, για να την ξεφτιλίσει, ουσιαστικά αποδέχεται όλη τη χριστιανική απανθρωπιά που λογαριάζει το σπέρμα ως κάτι μιαρό.

Οι 120 μέρες στα Σόδομα δεν τίποτε άλλο από μια επιτομή χριστιανικών και παραχριστιακών μαρτυρίων και ιεροεξεταστικών μεθόδων υπό τον μανδύα των αυτόνομων διαδοχικών επεισοδίων – μου θυμίζει την επίδειξη των οργάνων βασανισμού που έκανε επί τρεις ημέρες η Ιερή Εξέταση στα υποψήφια θύματά της. Οι ψυχόμπατσοι όλων των αιώνων δεν μπορούν παρά να τον λατρεύουν. Ο ντε Σαντ πιστεύει στην αφήγησή της σκλαβιάς, ζει μέσα της αφηγείται κοινωνώντας το ζόφο της, κατεβαίνει στα έγκατα για να λογαριάσει τις ανθρώπινες εκκρίσεις (το αίμα, τα σκατά, τα χύσια) ως βρωμιές που ταπεινώνουν (κι ας είναι τα υγρά που συνεχίζουν κι ανακυκλώνουν την ζωή).

Η εμμονή του ντε Σαντ στη (συνειδητή) χριστιανοποίηση της αφήγησής του αποτυπώνεται και πιστοποιείται σ’ όλη της την έκταση στα δύο εμβληματικά μυθιστορήματά του που ουσιαστικά συνιστούν και τον πυρήνα του σωζόμενου έργου του: την Ιουστίνη και την Ιουλιέτα. Η Ιουστίνη (δημοσιευμένη σε δύο τόμους, ο πρώτος με τίτλο Ιουστίνη ή οι Ατυχίες της Αρετής το 1791 και ο ανώνυμος δεύτερος με τίτλο Νέα Ιουστίνη ή οι Δυστυχίες της Αρετής, το 1797) ξεκινάει ως μια (φιλοσοφική παρά ηθολογική) παρωδία θρησκευτικού μαρτυρίου: η Ιουστίνη είναι μια αθώα «άτυχη κοπέλα» που υφίσταται τη σταδιοποιημένη σεξουαλική κακοποίηση σε όλες τις μορφές της. Η αλήθεια είναι πως, περισσότερο απ’ όλα τα βιβλία του ντε Σαντ, η Ιουστίνη ξεκινάει ως παρωδία ηθών: η Ιουστίνη είναι μια υπερβολικά αθώα νέα που καταδιώκεται από μια ομάδα «ακόλαστων» οι οποίοι τη βασανίζουν σεξουαλικά.

Όσο αυξάνουν οι μελοδραματικές εκκλήσεις της Ιουστίνης για έλεος, τόσο περισσότερη αυξάνει η αγριότητα των βασανιστών – κι όσο η «καημένη νέα», η «ντροπαλή Ιουστίνη» (έτσι την αποκαλεί συνεχώς ο αφηγητής) προσπαθεί να γλιτώσει, τόσο, μέσα από προφανείς απιθανότητες, η θέση της γίνεται όλο και χειρότερη.

Έτσι ο αναγνώστης παρακολουθεί την καταδίωξη της κοπέλας να εναλλάσσεται με τα σεξουαλικά βασανιστήρια, ταυτισμένος με την εύθυμη περιπαικτική διάθεση της αφήγησης: είναι βέβαιος πως διαβάζει μια παρωδία. Έτσι, όταν η παρωδία μετεξελίσσεται σε τρόμο (στη Νέα Ιουστίνη, όπου η ηρωίδα καταφεύγοντας σ’ ένα μοναστήρι πέφτει στα χέρια έξι διεστραμμένων καλόγερων που φυλακίζουν κοπέλες και τις βασανίζουν), ο αναγνώστης βιώνει μια πρώτου μεγέθους συνειδησιακή δοκιμασία: δεν ξέρει πλέον αν πρέπει να αντιμετωπίσει το αίμα, τα πτώματα, τις μαστιγώσεις, τις οιμωγές, και κυρίως την άγρια χαρά που όλα αυτά γεννούν όλο και περισσότερο στους βασανιστές ως μια υπερβολή, ένα ξεχείλωμα της παρωδίας που διάβαζε, ή ως κάτι άλλο.

Τότε οι σαντικοί ήρωες, θαρρείς να ξέρουν τη συναισθηματική σύγχυση που έχουν προκαλέσει, αρχίζουν να αφηγούνται σεξουαλικούς φόνους που διέπραξαν συνοδευμένους με όλο και φριχτότερα βασανιστήρια (αφήνοντας να εννοηθεί τι επίκειται για την Ιουστίνη), ενώ όλα αυτά διανθίζονται με αλλεπάλληλες «φιλοσοφικές» τοποθετήσεις για την υπέρτατη ηδονή που προσφέρει ο θάνατος μιας ακρωτηριασμένης γυναίκας από αιμορραγία (κόμης ντε Ζερμάντ), για την ηδονή της παιδοκτονίας (μοναχός Συλβέστρος), για την ηδονή του φόνου (μοναχός Ιερεμίας).

Έξαφνα καταλαβαίνουμε πως ενώπιον του αναγνώστη, ενώπιόν μας, η παρωδία χριστιανοποιείται – δηλαδή γίνεται μια ιστορία θρησκευτικού μαρτυρίου όπου ένας άνθρωπος θα θυσιαστεί κατόπιν αποφάσεως κάποιου Αφέντη, το μοναστήρι είναι ο κατάλληλος χώρος, ο κόμης ντε Ζερμάντ (θέλει να) είναι προφανώς ο Σατανάς (με γαμψή μύτη, φαφούτικο στόμα, φωνή βραχνή, τεράστια χέρια για να στραγγαλίζουν λαιμούς), οι έξι καλόγεροι οι βοηθοί του, η Ιουστίνη το σφάγιο που πρέπει να θυσιαστεί σε έναν υπέρτατο σκοπό: την ηδονή του Αφέντη.

Στην Ιουλιέτα (Ιουλιέτα ή το Απόγειο της Ακολασίας, 1797-1801) όλος ο χριστιανικός κόσμος βρίσκεται εξαρχής στη σκηνή: η Ιουλία Εωσφόρου (πρόκειται για την «ακόλαστη» αδελφή και αντεστραμμένη persona της δυστυχισμένης Ιουστίνης), η Πριγκίπισσα Σκοτεινή, ο Θανατερός, ο Άγιος Έρεβος, ο Δράκος Μίνσκι, ο βασανιστής Ντελκούρ και κάμποσοι ακόμη μεγαλοφυείς δολοφόνοι. Πλέον οι αναγωγές και οι αντιστοιχίες μπορούν να γίνουν σε κάμποσες διασταυρώσεις – σε ένα μυθιστόρημα που συνιστά το αξεπέραστο απόγειο ενός φαντασιακού Μεσαίωνα (ο οποίος, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ως αφηγηματική έλξη ανακαλύφτηκε στο Διαφωτισμό). Στην Ιουλιέτα ο στόχος της σεξουαλικής ένωσης είναι ο φόνος που πρέπει να προκάλεσε τον μεγαλύτερο δυνατό τρόμο ως επερχόμενο μαρτύριο και τον μεγαλύτερο δυνατό πόνο ως επερχόμενος θάνατος.

Τα πάντα περιγράφονται προτού συντελεστούν, όχι τόσο για να εντείνουν τον ήδη εδραιωμένο τρόμο, όσο κυρίως για να καταστήσουν συνένοχο τον αναγνώστη. Το χριστιανικό υπόγειο ποτέ δεν αναπαριστάθηκε καλύτερα από τη φριχτή σάλα των αλλεπάλληλων τελετουργικών φόνων που προσφέρει η Ιουλιέτα στον Άγιο Έρεβο: η Φλούβια ψυχορραγεί και πεθαίνει στον τροχό ενώ ατσαλένια καρφιά την ξεσκίζουν, η Λουίζα κομματιάζεται πάνω σ’ ένα τραπέζι «σε εικοσιτέσσερις χιλιάδες κομμάτια», η Παλμίρα ξαπλώνει σ’ ένα σταυρό του Αγίου Ανδρέα και γδέρνεται ζωντανή, τα τρία αγόρια που σκοτώνει ο Κορνάρος τεμαχίζονται και «τα κωλομέρια τους ψήνονται στη σχάρα» για να προσφέρει η Ιουλιέτα ένα δείπνο με ανθρώπινο κρέας.

Το αίμα που πετιέται παντού (κυρίως στη συνείδηση του αναγνώστη), ο πόνος που ηδονίζει κι ο θάνατος που διαρκώς επίκειται και προσφέρει χαρά, δημιουργούν ένα σύμπλοκο αχώρητου: ένα ανεξέλεγκτο εγώ υπερεκχειλίζει από φαντασία, από τρόμο, από κακία – επιβεβαιώνοντας όλους τις χριστιανικές εσχατολογίες.
Δεν υπάρχει βιβλίο της παγκόσμιας λογοτεχνίας σαν την Ιουλιέτα – μήτε ποτέ εγκιβωτίστηκε σε αφήγηση η χαρά της φρίκης με τόση ζωτική ορμή όπως στο μυθιστόρημα αυτό.

Ούτε βέβαια ξαναϋπήρξε συγγραφέας που περπάτησε με τόση διανοητική πείνα μέσα στο χριστιανικό υπόγειο. Ετούτη η ζωτική ορμή (η άγρια χαρά του αφανισμού συνδυασμένη με την ακόρεστη επιθυμία για συνέχεια μέχρι το άπειρο) είναι που δημιουργεί την αίσθηση της αναγνωστικής συνενοχής πολύ περισσότερο από τη φρίκη των περιγραφών των αλλεπάλληλων αφανισμών. Ο ντε Σαντ, περισσότερο κι απ’ τα κορμιά των θυμάτων των ηρώων του, έβαλε στον τροχό μιας αχαλίνωτης φαντασίας την περί συνείδησης αίσθηση του αναγνώστη του.

Στον κόσμο του, δεν υπάρχει καν υποψία κάθαρσης, ή έστω συναισθηματικής εξισορρόπησης μιας ροπής με μιαν αντίθετή της: όλα φτάνουν στο άκρο τους, κι είμαστε βέβαιοι πια ότι θα φτάσουν ακόμη πιο πέρα μετά το τέλος της αφήγησης. Υπό την έννοια αυτή (κι ενώ ο Φουκό βλέπει στο σαντικό κείμενο το μεταίχμιο μεταξύ κλασικού και μοντέρνου κόσμου), ο έλεος και ο φόβος συνεχίζονται έξω από την αφήγηση, αφηνιασμένα άλογα που δεν έχουν να οδηγήσουν πουθενά. Στον ντε Σαντ, για τα δικά μου μάτια, ο κλασικός κόσμος πέφτει (πετιέται) στον γκρεμό, σε μια ηθική άβυσσο απ’ όπου δεν θα επιστρέψει ακόμη κι αν κλείσει το βιβλίο του. Στο σαντικό λαβύρινθο δε θα υπάρξει καμία έξοδος, καμιά λύση – θα υπάρχει μονάχα συνέχεια.

Φυσικά όλα τα παραμύθια που γράφτηκαν μετά απ’ αυτόν είχαν κάτι από τη συνειδησιακή τρομοκρατία του, από την ηθική παρενδυσία του, από τη μετάθεση στον αναγνώστη του υπερεκχειλισμένου ΕΓΩ-που-θέλω-αυτό-για-το-οποίο-ντρέπομαι/φρίττω/ζητώ συγχώρεση. Δεν αναφέρομαι μόνο στα αλαλαγμένα παιδιά του, στον Απολινέρ, τον Μπρετόν, τον Μπατάιγ, τον Ζενέ, τον Μισίμα – μήτε στον Νταλί και τον Μπουνιουέλ και τον Παζολίνι· δεν μιλάω μόνο για τον ρομαντισμό και τους αρχηγέτες του, για τον Μπλέικ και τον Μπάιρον και τον Φρανκενστάιν (εξάλλου όλοι πια το καταλαβαίνουν πως ο ντε Σαντ για το ρομαντισμό, περισσότερο κι από «μαύρο άγγελο», συνιστά ένα μαύρο κουτί) – ούτε μόνο για ό,τι ονομάστηκε λογοτεχνία του νοσηρού ή λογοτεχνία του κακού ή όπως αλλιώς (τον Πόου, τον Μποντλέρ, τον Βερλέν κι όλους τούς άλλους).

Μιλάω για τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφκσι και τον Κάφκα, για τον Φλομπέρ και τον Ουάιλντ και τον Προυστ, μιλάω για τον Ντράγιερ, τον Κιούμπρικ και τον Όσιμα, για τον Γκρας, τον Κόπολα και τον Λαρς φον Τριέρ· επί της ουσίας αναφέρομαι σε όλους αυτούς που αναζητούνε ταυτότητα πλαγιάζοντας δίπλα σε πτώματα (ας πούμε: σ’ ένα πτώμα μιανής Ναστάσιας) και τους βρήκαν μέρες αργότερα απ’ τη μυρουδιά. Συμβαίνει συχνά – ιδίως όταν διαβάζεις με τα ρουθούνια: κατεβαίνεις διαφορετικές (στενές, σκοτεινές) σκάλες και φτάνεις πάντοτε στο ίδιο φριχτό υπόγειο της Ιουστίνης.

Ο Μπόρχες, σε ένα σχεδόν δοκίμιο του 1939 περί της απόλυτης βιβλιοθήκης, επισημαίνει πως ο νους του ανθρώπου φαντασιοκοπεί φρικωδίες, τέρατα και πνευματικούς τόπους όπου συγκεντρώνονται τέρατα: Ανάμεσα σ’ αυτά αναφέρει την Κόλαση, τις πλατωνικές ιδέες, τους μη ακέραιους βαθμούς ισχύος, την Αγία Τριάδα (όπου τρεις διαφορετικές πνευματικές δυνάμεις συναρθρώνονται στην ίδια οντότητα). Ένα αντίστοιχο (καλο-επινοημένο άρα ζωντανό) τέρας είναι και το σαντικό τέρας, όπου δυο αντιθετικές ορμές συναρθρώνονται στην ίδια οντότητα: ο άνθρωπος που βρίσκει τη φυσική ηδονή στον φυσικό αφανισμό.

Δεν ξέρω αν ο ντε Σαντ αποκάλυψε ή περιέγραψε ή επινόησε ή μορφοποίησε ή αφηγήθηκε ή διακήρυξε,ο καθένας διαλέγει αυτό που διαβάζει. Το βέβαιο είναι πως ήσαν εκείνος που αποτύπωσε σε κείμενο μιαν εξαρχής απροσπέλαστη φρικωδία, αλλάζοντας μια και καλή τον συνειδησιακό ορίζοντα προσδοκίας μας απ’ αυτόν που λογαριάζουμε ως ηθικό εαυτό μας. Χαρτογράφησε με λέξεις τη διά του κακού ηδονή (ενδεχομένως: την ηδονική κακία) φαντασιοκοπώντας – με μιαν όχι ίδια μα αντίστοιχη διαδρομή ο Ντοστογιέφσκι χαρτογράφησε το φόνο.

Ο ντε Σαντ μίλησε για τη χριστιανογενή βία ελευθερώνοντας το νου του – τούτη την ορμή είχε αφηνιασμένη μέσα του. Κι όπως συνέβη με όλες τις φρικωδίες (και μ’ αυτές που περιέγραψε ο Μπόρχες και μ’ όλες οι άλλες), το τρομερό φαντασιοκόπημά του έγινε (το έκανε ο ίδιος; το έκαναν οι άλλοι;) κήρυγμα, οδηγίες για τη ζωή. Μα ένα παραμύθι (το κάθε παραμύθι), εάν διδαχτεί (εάν κηρυχτεί), γίνεται εγχειρίδιο σκλαβιάς. Κι εμείς; Εμείς ψάχνουμε τους εαυτούς μας μέσα στα παραμύθια των άλλων.

terrapapers.com- Marquis de Sade xristianiki bia sadismos
 
[4. η διδαχή]

Πού στέκεται ο ντε Σαντ; Αυτό είναι το (περίπου προγραμματικά) αναπάντητο ερώτημα που διατρέχει το σαντικό κείμενο – και εντέλει περιστρέφει γύρω του κάθε αναγνωστική εμπλοκή. Πού στέκεται, λοιπόν, ο ντε Σαντ; Όρθιος στον άμβωνα ή κυλισμένος στο πάτωμα; Με άλλα λόγια: κατά πόσο πίστευε ο ίδιος ο ντε Σαντ στο ηθικο-ανθρωποδιορθωτικό κήρυγμα που εγκιβώτιζε μέσα στην αφήγησή του και κατά πόσο το λογάριαζε κομμάτι του μπαρόκ σκηνικού που είχε επιλέξει για τη φαντασιοκοπία του; Θαρρώ πως από ένα σημείο και πέρα αυτά τα δύο μπλέχτηκαν, δημιουργώντας το εκρηκτικό μείγμα φαντασιοκοπίας-αφήγησης-διακήρυξης που υπονομεύει κάθε προσπάθεια ερμηνείας.

Το βέβαιο είναι πως όλες αυτές οι αναρίθμητες κειμενικές αποστροφές, επιστολές και όλα τα (επίσης αναρίθμητα) παρακειμενικά και βιογραφικά στοιχεία που συνηγορούν ως προς την απόλυτη ταύτισή του με τις περιγραφόμενες πράξεις τον ηρώων του μπορούν κάλλιστα να εκληφθούν όχι ως διακήρυξη ιδεών αλλά ως μέρος της μεγάλης παράστασης (φαντασμαγορίας) που έστησε γύρω από τον εαυτό του (και, αυτό κυρίως, γύρω από τη συνείδησή του). Θα μου άρεζε μια τέτοια ερμηνεία – και προφανώς επιλέγω μια τέτοιαν ανάγνωση. Μα και αυτή είναι μια ερμηνεία (μια ανάγνωση) που παραμένει εξίσου υποκειμενική μ’ εκείνην που διαβάζει τις προστακτικές ως προστακτικές και όχι σαν ουρλιαχτά και προσλαμβάνει το έργο του ως διδαχή και τον ίδιο ως ιεροκήρυκα/πολιτικό φιλόσοφο ή ό,τι ανάλογο.

Μιλάω, λοιπόν, όσο πιο απερίφραστα μπορώ για τον ιεροκήρυκα ντε Σαντ (στο όποιο βαθμό ο ίδιος θέλησε να είναι τέτοιος – ή στον όποιο βαθμό τον κατανόησαν ως τέτοιο όσοι τον ενσωμάτωσαν στο πολιτικό πρόταγμά τους): ήσαν ένας από τους μεγαλύτερους φασίστες της ιστορίας, ένας από τους μεγαλύτερους μαντατοφόρους της βίας επί του σώματος, του τελετουργικού φόνου και της «φυσικής» απανθρωπιάς. Ντελάλισε με πρωτοφανή ελευθεροστομία την κυρίαρχη εξουσιαστική φαντασίωση (που την τράβηξε από την καρδιά του φεουδαρχικού Μεσαίωνα – όπως άλλωστε και τα όργανα των βασανιστηρίων του): οτιδήποτε υπάρχει στη φύση ως δυνατότητα πρέπει να επιβληθεί από τον ισχυρό προς τον αδύναμο.

Ο ιεροκήρυκας ντε Σαντ (ο ίδιος άνθρωπος που γύρευε από τα νοσοκομεία να μην έχουν περισσότερους από έναν ασθενή σε κάθε κρεβάτι) δίδαξε το έγκλημα, το βιασμό, το φόνο, την ταπείνωση, ως προβλεπόμενο στο σχέδιο της «φύσης» – άρα ως πολιτικο-κοινωνικό ανθρώπινο καθήκον. Μέσα στη γοητεία του χριστιανικού κακού που σκηνογράφησε στο υπόγειο του Κάστρου, ο ντε Σαντ έβαλε στο στόμα όλων εκείνων των βουλιμικών φονιάδων του την διακήρυξη μιας παιδαριώδους «ελευθερίας» (που προσδιορίζεται ως νόμος του ισχυροτέρου – δηλαδή ακριβώς όπως την προσδιορίζει η εξουσιαστική θεολογία όπου ένας Παντοδύναμος αποφασίζει στο όνομα ετούτης της παντοδυναμίας του και τιμωρεί κάποιους αδύναμους που τον παρακούνε).

Όσοι λογαριάζουν αυτές τις διακηρύξεις πέρα από φαντασιοκοπία και ως κάλεσμα ελευθερίας παρακάμπτουν συνειδητά την βασικότερη προϋπόθεση της ελευθερίας: πως επιτρέπονται όλες οι επιθυμίες – άρα και οι επιθυμίες όσων έβαλε στη θέση των θυμάτων. Και πως σε κάθε ελευθεριακή θεώρηση του κόσμου ο καθένας μας αποφασίζει για το σώμα του (habeo corpus) άρα η επιθυμία κάποιου να μην είναι θύμα υπερέχει της επιθυμίας του θύτη να τον κατάστήσει θύμα.

Αυτοί που ονομάζουν τον ντε Σαντ «ελευθεριακό» φιλόσοφο/ιεροκήρυκα προσπαθούν να δικαιώσουν την αβάσταχτη (για τους ίδιους) γοητεία στην οποία τούς εγκλώβισε το κείμενό του – οι υπερρεαλιστές τον ύμνησαν με τον ίδιο ανόητο τρόπο που ύμνησαν τον μεγαλοφονιά Λένιν ή τον μεγαλοφονιά Στάλιν. Η εκπληκτική δύναμη της σαντικής φαντασιοκοπίας δεν μπορεί να θαμπώνει μια προφανή πραγματικότητα (την οποία ο Παζολίνι περιέγραψε καθαρά στο Σαλό): πως ο ιεροκήρυκας (αν είναι τέτοιος) ντε Σαντ ευαγγελίζεται έναν στρατοπεδικό κόσμο, ένα Lager.

Υπό την έννοια αυτή, το διάσημο ερώτημα του Μπλανσό «Πώς μπορεί να είναι κανείς ντε Σαντ; Πώς μπορεί να είναι ο απόλυτος αρνητής του Θεού, ο εκ θεμελίων άθεος, χωρίς ταυτόχρονα, εξ αντιδιαστολής, να καταφάσκει σε μιαν απολυτότητα ακόμη πιο σαθρή;» απομένει (στα μάτια μου) μια κούφια μεγαλοστομία που ιερουργεί το παράλογο. Τίποτε στον ντε Σαντ δεν υπάρχει δίχως τη χριστιανική αμαρτία – σ’ έναν προχριστιανικό κόσμο θα γοήτευε μονάχα τους αλεξανδρινούς αιτιολόγους και συλλέκτες. Ο ντε Σαντ κάνει γκελ με το απαγορευμένο όπως το δίδαξαν χίλια χρόνια εξουσιαστικού χριστιανικού μυστικισμού.

Ο Χριστιανισμός, με τον ίδιο τρόπο που προϋπέθεσε τη ζωή ως στέρηση της ελευθέριας, προϋποθέτει πως ο θάνατος (ο χαμός) είναι ποινή – και γι’ αυτό ντελαλεί την αιώνια ζωή. Με τη σειρά του, ο ντε Σαντ προϋπέθεσε το φοβερό Κάστρο του Χριστιανισμού, δίχως αυτό το μεγαλειώδες οικοδόμημα, το σκοτεινό υπόγειο δε θα του ασκούσε την παραμικρή γοητεία. Επί της ουσίας, με τη διακήρυξη του σαντισμού ως «δρόμου προς την ελευθερία» πιπίλισε την προπαγάνδα τους: πως, τάχα, η απουσία του Θεού φέρνει τα τέρατα της Κόλασης – παρόλο που ακόμη και τα μικρά παιδιά ξέρουν πώς τα τέρατα της Κόλασης τα φέρνει ο Θεός, και μόνο αυτός.

Ο ντε Σαντ οικοδομεί τον κόσμο του με τα υλικά του χριστιανισμού: με τη βία, με τον πόνο, με την ταπείνωση, με την ηθική επιβολή. Κυρίως τον οικοδομεί με την τιμωρία. Ουσιαστικά είναι ένας παρα-χριστιανισμός που πετάει φούμο στο φαντασικόπημα του παπά για να δοξάσουμε το φαντασιοκόπημα του αφέντη. Αν η αντιπρόταση στο Χριστιανισμό βρίσκεται στην άρνηση της Ουράνιας (και κάθε άλλης) Αρχής (ούτε Θεός ούτε αφέντης), ο ντε Σαντ αναγορεύει τον ηδονιζόμενο άντρα ως Αφέντη, αποδεχόμενος τη θεοκρατική εκδοχή της ηδονής.

Ο ιεροκήρυκας ντε Σαντ (που όντως κάνει τη σκληρότερη κριτική που μπορεί να επιφυλάξει κανείς στο Χριστιανισμό – και σε κάθε θρησκεία των «απατεώνων προφητών») θρησκειοποιεί μια φαντασιοκοπία του και εκδίδει διάγγελμα χριστιανικής φρίκης; Στον κόσμο του η ηδονή προϋποθέτει προϊσταμένους (αφέντες) και υφισταμένους (δούλους): ο σταδιακός ηθικός και σωματικός αφανισμός του δούλου αποτελεί σταδιακή κορύφωση της ηδονής του Αφέντη.

Έτσι ο φιλόσοφος Ντολμανσέ (ο γεμάτος «διανοητική υγεία» πρωταγωνιστής-σολίστας της Φιλοσοφίας στο Μπουντουάρ – ένας ακόμη στη σειρά των Κλεμάν, μοναχού Σιλβέστρου, μοναχού Ιερεμία, κόμη ντε Ζερμάντ, Ιουλίας Εωσφόρου, Αγίου Ερέβου και τόσων άλλων) δεν είναι ελευθερωτής – για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει ελευθερωτής με μαστίγιο. Ο Ντολμανσέ (που δεν παρουσιάζεται ως αλυχτισμένος σκύλος όπως η Ιουλιέτα ή ο Άγιος Έρεβος αλλά ως σφύζων από πνευματική υγεία) είναι ένας θιασώτης της απώτατης εξουσιαστικής βίας, του νόμου των ισχυροτέρου, της ηθικής ευγονικής.

Εξάλλου το λέει όσο πιο καθαρά γίνεται να το πει κανείς: «Υπάρχει άνθρωπος που όταν γκαβλώσει δε θέλει να γίνει αφέντης;». Και ακόμη: «Υπάρχει άντρας με εύρωστα γεννητικά όργανα που δε θέλει να κακοποιήσει τη γυναίκα;» Στον κόσμο του (έτσι όπως τον οραματίζεται στη μπροσούρα του Άλλη μια προσπάθεια, Γάλλοι, για να γίνεται δημοκράτες) επιτρέπεται οτιδήποτε: ο βιασμός, η ταπείνωση, ο χαλασμός, ο φόνος. Οι ανήμποροι λογαριάζονται για ανθρώπινα σκουπίδια που πρέπει να αφανιστούν – οι δυνατοί οφείλουν να πραγματοποιούν οποιαδήποτε επιθυμία επειδή περιλαμβάνεται στο φυσικό σχέδιο.

Στον κοσμοσύστημα του Ντολμανσέ, το Άουσβιτς, η Χιροσίμα, η Ρουάντα, οι ντούμπες με τα πτώματα της ιστορίας, όχι απλά επιτρέπονται, αλλά επιβάλλονται εφόσον αποτελέσουν μια φαντασίωση έστω και ενός ανθρώπου. Ο Ντολμανσέ φυσικά δεν είναι ανηθικιστής: στο όνομα μιας ανύπαρκτης ανηθικολογίας είναι ένας ιεροεξεταστής της δύναμης, της δυνατότητας για βία, της δυνατότητας να αλυσοδένουνε τους ανθρώπους. Ο Ντολμανσέ είναι ένας καλός, καλότατος Χριστιανός: αποδίδει στην ελευθερία όλη την κτηνωδία που της δίνει ο Χριστιανισμός – ουσιαστικά βλέπει την ελευθερία μέσα στο view master του Χριστιανισμού. Εκεί (εδώ) οι γυναίκες είναι «γεννημένες σκλάβες» – και η Φύση δεν είναι τίποτε άλλο από «την επιθυμία της κυριαρχίας». Αν ήξερε πολωνικά, θα το φώναζε: Wstavać.

Όλ’ αυτά εφαρμόζονται και στην πράξη στον έβδομο και τελευταίο διάλογο του ίδιου βιβλίου, που, γραμμένο στο πρότυπο του πλατωνικού Συμποσίου, είναι μεν πολύ πιο ήπιο ως προς τις περιγραφές τρόμου, βασανιστηρίων και φόνου από την Νέα Ιουστίνη και, βέβαια, την Ιουλιέτα, αλλά είναι και το πλέον αυτοπροσδιορισμένο ως πολιτική διδαχή από τον ίδιο ντε Σαντ – και υπ’ αυτήν την έννοια ίσως το πλέον τρομακτικό. Στις σελίδες αυτές διαβάζουμε τον τελετουργικό σεξουαλικό βασανισμό και φόνο της κυρίας ντε Μιστιβάλ από τον Ντολμανσέ και τους υπολοίπους (την κυρία Σαιντ Ανζ, τον Ιππότη, τον Αυγουστίνο και, φυσικά, την ίδια την κόρη του θύματος, την Ευγενία).

Ο μονόλογος του Ντολμανσέ ουσιαστικά είναι το μανιφέστο ετούτου του τελετουργικού φόνου – που τον πρωτοκήρυξαν οι θρησκείες: «Αυτό που οι ανόητοι ονομάζουν “ανθρωπισμό” είναι απλώς μια αδυναμία γεννημένη από το φόβο και τον εγωισμό. Εκείνοι που σφυρηλατούν το χαρακτήρα τους με την τόλμη, το στωικισμό και τη φιλοσοφία, αγνοούν αυτήν την ανύπαρκτη αρχή που υποδουλώνει μονάχα τους αδύνατους. […]

Ακόμη κι αν αφανίζαμε τούτη την πουτάνα, δε θα εγκληματούσαμε στο ελάχιστο: η διάπραξη του εγκλήματος είναι αδύνατη για τον άνθρωπο. Εφόσον η Φύση τού εμφύτευσε την ασυγκράτητη επιθυμία να εγκληματήσει, κανόνισε πολύ σοφά να του κάνει αδύνατες τις πράξεις εκείνες που θα μπορούσαν να παρενοχλήσουν τις λειτουργίες της ή να έρθουν σε σύγκρουση με τη βούλησή της. Το μόνο έγκλημα θα ήταν να αντιταχτούμε στις εμπνεύσεις της φύσης».

Αμέσως μετά ο Ντολμανσέ εφαρμόζει πάνω στο σώμα της κυρίας ντε Μιστιβάλ ότι λογαριάζει ως φυσικό καθήκον: παρά τις ικεσίες της, παρά τις οιμωγές της, τη βασανίζει, τη μαστιγώνει, τη βιάζει και, αφού διασκέπτεται τον τρόπο του φόνου της (προτάσεις που πέφτουν στο τραπέζι: τεμαχισμός, τσάκισμα των οστών, φιτίλια με θειάφι που θα μπουν στο μουνί της και στον κώλο της και θ’ ανάψουν), στο τέλος επιλέγει τον πλέον ευφάνταστο φόνο: το βιασμό από έναν συφιλιδικό άντρα, ενώ η κυρία Σαιντ Ανζ προτείνει το ράψιμο όλων των οπών του κορμιού της με βελόνα «για να μην ξεφύγει το δηλητήριο που κυκλοφορεί στις φλέβες της κυρίας». Η Ευγενία αναλαμβάνει το ράψιμο, βρίζοντας την ημιλιπόθυμη μητέρα της που ουρλιάζει με φριχτούς πόνους. Ο διάλογος (και το βιβλίο) τελειώνει όταν ο Ντολμανσέ διατάζει ν’ αρχίσει το φαγητό: «Πάντοτε τρώω με περισσότερη όρεξη και κοιμάμαι ειρηνικότερα όταν έχω βουτήξει ικανοποιητικά σε αυτό που οι ηλίθιοι ονομάζουν έγκλημα».

Εάν όλο αυτό είναι αφήγηση, συνιστά μιαν από τις αγριότερες (και γι’ αυτό ερεθιστικότερες διανοητικά) παραβολές τρόμου των αιώνων της Δύσης (ας πούμε, η απείρως φριχτότερη περιγραφικά Ιουλιέτα με τρομάζει λιγότερο διότι με την απύθμενη βία της και το γκροτέσκο-γοτθικό σκηνικό της δεν μπορεί να σταθεί, στα μάτια μου τουλάχιστον, παρά μόνο ως αλληγορία ή, έστω, ως σπλάτερ παρωδία ενός «νέου ηθικού κώδικα»). Αν πάλι ετούτος ο τελετουργικός φόνος της κυρίας ντε Μιστιβάλ λογαριαστεί ως κήρυγμα, τότε αποτελεί μιαν ακόμη απαίσια διδαχή τιμωρίας – όπου εδώ το (προηγούμενο της τιμωρίας) έγκλημα είναι η ίδια η (συν)ύπαρξη. Ο ιεροκήρυκας ντε Σαντ είναι ένας χριστιανός που κατέβηκε την στενή σκοτεινή σκάλα. Μα στην ουσία αλλάζει τα ονόματα των λέξεων επιμένοντας στον ίδιο τρόμο από τον ίδιο άμβωνα.

Εμείς διαβάζουμε.

[5. οι επίγονοι και οι υπο-διάκονοι]

Εδώ και διακόσια χρόνια πάμπολλοι επίγονοι θέλησαν να γυρέψουν την κορδέλα της σαντικής φαντασιοκοπίας, οι περισσότεροι στα κρυφά, κάποιοι φανερά και φωναχτά. Η συντριπτική πλειονότητα όλων αυτών φυσικά κατέληξε σε αναμασήματα – ούτε καν σε μιαν αξιοπρεπή μίμηση: ακόμη και η μίμηση της σαντικής φαντασιοκοπίας, πέραν της τόλμης, πέραν της αφηνιασμένης ενοχής, θέλει και αφηγηματικό ταλέντο που έχει φτάσει στο κόκκινο – δεν είναι εύκολο να συμπέσουν αυτά μαζί.

Φυσικά υπήρξαν και τουλάχιστον δέκα περιπτώσεις ανεπανάληπτων φαντασιοκόπων της ιστορίας που κατάφεραν να κρατήσουν στα χέρια τους τη ματωμένη κορδέλα του ντε Σαντ ή έστω ένα κουρέλι της (και φυσικά κανένας απ’ αυτούς δεν τον μιμήθηκε): ο Πόου, ο Μποντλέρ, ο Βερλέν, ο Απολινέρ, ο Μπατάιγ, οι γάλλοι Υπερρεαλιστές, καθώς και άλλοι ακόμη – ας πούμε, ο Μπλέικ κι ο Μπάιρον κι ο Φλομπέρ κι ο Ουάιλντ. Φυσικά (κι αυτό κάτι λέει), κανείς τους δεν στήνει τη σαντική πλεκτάνη, μήτε επιλέγει (καταφέρνει;) να παίξει το τρομερό συνειδησιακό παιχνίδι που ανοίγει ο ντε Σαντ με τον αναγνώστη του.

Μ’ άλλα λόγια: όλοι οι σαντικοί επίγονοι (ακόμη κι αυτός ο τρομερός Πόου) του λένε ξεκάθαρα: «Εγώ θα σε τρομάξω μ’ αυτό που διαβάζεις, θα σε κάνω ν’ αλυχτήσεις, ν’ ανατριχιάσεις» Ωστόσο κανένας δεν του λέει αυτό που, είτε παίζοντας είτε σοβαρολογώντας, του πετάει στα μούτρα ο τρόφιμος του Σαραντόν: «Εγώ θα σε ισιάξω μ’ αυτό που τρομάζεις, θα σε κάνω καλύτερο άνθρωπο με την ανατριχίλα σου, διά του φόνου και του αφανισμού θα σου μάθω να ζεις»
Όλοι εκτός από έναν.

Από τους πολλούς επιγόνους που τράβηξαν την κορδέλα του ντε Σαντ, ο Εμπειρίκος ήσαν ο μόνος που επιχείρησε να τον φορέσει ανάποδα – ουσιαστικά θέλησε να κάνει στον ντε Σαντ ό,τι έκανε ο ίδιος ο ντε Σαντ στο Χριστιανισμό (κι αυτό ήταν ενδεικτικό του συγγραφικού του ορίζοντα). Στον Μεγάλο Ανατολικό ο Εμπειρίκος πήρε την κοσμοδιορθωτική φαντασιοκοπία του ντε Σαντ αλλά και το συνειδησιακό παιχνίδι του με ταν αναγνώστη και όλα αυτά τα μετακένωσε στην εξωχριστιανική οπτική της παραδείσιας σεξουαλικής πληρότητας (πλησμονής).

Έτσι έφτιαξε μια πανηδονιστική ευτοπία απαλλαγμένη από τα βασανιστήρια, την ενοχή την τιμωρία, τη βία, τον τρόμο, το φόνο, το βιασμό, τα βασανιστήρια, την εκμηδένιση του άλλου, την αναμονή της τιμωρίας ως ηδονής. Ο Εμπειρίκος έφτιαξε μια παραδείσια ευτοπία, έναν μη χριστιανικό Παράδεισο της γκάβλας (ενώ ο ντε Σαντ έφτιαξε μιαν αθεϊστική χριστιανική Κόλαση), από όπου απουσιάζει κάθε κακία γιατί τα πάντα αυτοεκπληρώνονται Στον χριστιανικό κόσμο πάντοτε κάτι λείπει – όπως άλλωστε και στον ντε Σαντ.  

Στον Μεγάλο Ανατολικό δεν λείπει τίποτε – μήτε και υπάρχει ο τρόμος μιας αναμονής. Ενδεχομένως γι’ αυτό κάποιοι να το λογάριασαν για βαρετή λογοτεχνία – μα αυτό δεν είναι κάτι καινούριο: Οι δυστοπίες (φρικωδίες κατά τον Μπόρχες) έλκουν μοναδικά τους ανθρώπους, καλουπώνουν (σ)τις ανάγκες τους – προφανής απόδειξη το ότι όλες οι θρησκείες του τρόμου κυριαρχούν.

Και κάτι ακόμη: αν ο Μέγας Ανατολικός είναι ο ντε Σαντ γυρισμένος ανάποδα, απαλλαγμένος από τα χριστιανογενή του ζεύγματα (που είναι), κι εφόσον υιοθετεί το σαντικό συνειδησιακό παιχνίδι με τον αναγνώστη (που τουλάχιστον ώς ένα βαθμό το υιοθετεί), μοιράζεται και την κοσμοδιορθωτική οπτική του προτύπου του (κι αυτό σε ό,τι αφορά τον Εμπειρίκο στρέχει σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό με άλλα πρότυπα και στην Οκτάνα). Ωστόσο ο Εμπειρίκος διασώζεται από τη ρητορεία του κοσμοδιορθωτικού οίστρου του γιατί στον πυρήνα του λόγου του (και σε αντίθεση με τον ντε Σαντ) δε λογαριάζει τίποτε άλλο τον εαυτό του από ποιητή-προφήτη (δεν είναι τυχαίο που ο ίδιος ο Εμπειρίκος μιλώντας για τον άθεο μαρκήσιο τον εναποθέτει στον … Θεό, χαρακτηρίζοντάς τον χρησμό για τη ζωή και για μας – χρησμό, όχι οδηγό).

Ουσιαστικά μιμείται (με τέχνη περισσότερη απ’ όσην αρχικά νομίζουμε) έναν μεταπροφητικό λόγο (που τον τραβάει από τον Γουόλτ Γουίτμαν) και όλα τα σημεία της κοσμοδιόρθωσής του φαντάζουν (και γι’ αυτό είναι) ένα κειμενικό παιχνίδι μίμησης. Η γκάβλα στον ντε Σαντ είναι ταπείνωση, ο θάνατος στον ντε Σαντ είναι τιμωρία. Οι αυτοσυστάσεις του ντε Σαντ είναι ιεροκηρυχτικές και κατηχητικές – δηλαδή μας σώζει– οι αυτοσυστάσεις του Εμπειρίκου είναι ποιητικές-προφητικές (κάτι ανάμεσα στον Γουίτμαν και στον Σικελιανό) – δηλαδή χρησμοδοτεί. 

 Όσοι έχουμε διαβάσει τον Εμπειρίκο πέρα από τον Μεγάλο Ανατολικό μπορούμε να αντιληθούμε πως η γκάβλα στον κόσμο είναι απαλλαγή από την ενοχή και όχι μετάθεση της ενοχής στη βία. Στον Εμπειρίκο (κυρίως των Χαϊμαλιών του Έρωτα και των Αρμάτων) ο θάνατος δεν είναι τιμωρία – είναι κορύφωση.

Φυσικά, μαζί με τους πάμπολλους επιγόνους της φαντασιοκοπίας, υπήρξαν (και πάντοτε θα υπάρχουν) οι υπο-διάκονοι της διδαχής – κι ίσως αυτοί να είναι ακόμη περισσότεροι. Η ακαταμάχητη κειμενική γοητεία του ντε Σαντ και η αίσθηση μετάβασης που δημιουργεί έκανε πολλούς από τους θαυμαστές της αφήγησής του να γίνουν (ψυχωμένοι) οπαδοί του κηρύγματός του. 

Ετούτοι οι οπαδοί του ντε Σαντ-ιεροκήρυκα (ή, αν έτσι ακούγεται καθαρότερα: του πολιτικού προτάγματος του ντε Σαντ) μπορούν, ανάλογα με την οπτική τους, να χωριστούν σε τρεις γενικές κατηγορίες (κάποιοι μάλιστα τις υποστήριξαν και τις τρεις ταυτόχρονα, κάποιοι διαδοχικά – η περίπτωση του Κλοσόφσκι είναι χαρακτηριστική): στους υπέρμαχους μιας (ας την πούμε έτσι) πολιτικής οπτικής, στους υπέρμαχους μιας ιστορικής οπτικής και, τέλος, στους υπέρμαχους μιας συνειδητά απάνθρωπης ή βερμπαλιστικής οπτικής ντυμένης με έναν οντολογικό μανδύα (χρησιμοποιώ τη φράση βερμπαλιστική οπτική περιγραφικά – ίσως γιατί είναι η μόνη που δεν προδίδει ολότελα την απαξία που δίνω σ’ αυτή την οπτική).

Η πρώτη κατηγορία των σαντικών οπαδών (υπέρμαχων μιας πολιτικής οπτικής) περιλαμβάνει (την πλέον πολυάριθμη) ομάδα εκείνων που καταφέρνουν να ζέψουν τη σκέψη τους στο σχήμα της πολιτικής συμμαχίας και του συμμάχου στη δράση για την εκπλήρωση ενός στόχου. Σύμφωνα μ’ αυτήν την ευρέως διαδεδομένη όσο και παιδαριώδη (μα στην πυρήνα της πολιτική) ανάλυση, ο εχθρός του εχθρού σου είναι φίλος σου.

Για τους πολλούς θιασώτες της αρκεί το γεγονός πως ο ντε Σαντ ήσαν το κόκκινο πανί αστών, παπάδων, δικαστών και λοιπών κοινωνικών ταγών, για να τον καταστήσει στα μάτια τους «μέγιστο ανατροπέα και ελευθερωτή» που πλήρωσε το κήρυγμά του με το αργοσάπισμα σε φυλακές και άσυλα φρενοβλαβών – και τούτο το σχήμα τούς συγκινεί τόσο πολύ, που λησμονούν να σκεφτούνε τι λογής απελευθερωτικό κήρυγμα μπορεί να γίνει με το μαστίγιο και τον πόνο.

Κατά τη μανιχαϊστική (θεοκρατική) λογική τους, το πολιτικο-κοσμοδιορθωτικό κήρυγμα του ντε Σαντ προσδιορίζεται όχι από το περιεχόμενό του αλλά από όσους το κυνήγησαν και το απαγόρευσαν τα τελευταία διακόσια χρόνια. Έτσι, αφού όλοι οι εξουσιαστικοί θεσμοί (κράτος, Εκκλησία, δικαιοσύνη, ακαδημαϊκή κουλτούρα, εκπαίδευση) τον πολεμούν λυσσαλέα, το έργο του δεν μπορεί παρά να είναι ένα «κάλεσμα ελευθερίας».

Φυσικά όλη αυτή η επιχειρηματολογία στηρίζεται σε ένα προφανές (και ανάξιο περισσότερης ανάλυσης) ξεχείλωμα της λογικής: στο ίδιο ξεχείλωμα στηρίζονται οι Χριστιανοί επικαλούμενοι φόνους που γίνονται από «σατανιστικές» οργανώσεις για ν’ αποδείξουν την ύπαρξη του Θεού τους (λησμονώντας πως ο ίδιος ο «σατανάς» είναι δικιά τους εφεύρεση). Κι είναι γνωστό πως τούτο το δόγμα («ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου»), παρά τη λογική στρέβλωση πάνω στην οποία στηρίζεται, πείθει ευρέως: αρκεί να σκεφτούμε πόσοι ορμώμενοι από την κεντρική αντικαπιταλιστική τους θέση (Χάμσουν, Πάουντ, Σέλιν) στήριξαν ασμένως το φασισμό και το ναζισμό – μαζί και όλα τα τέρατά τους.

Η δεύτερη κατηγορία όσων συνηγορούν υπέρ του ντε Σαντ-ιεροκήρυκα τη συνιστούν αυτοί που προτάσσουν μιαν ιστορική οπτική. Ο ντε Σαντ, λένε, έζησε στον καιρό του Διαφωτισμού και της (Γαλλικής) Επανάστασης και ουσιαστικά στήριξε την κοσμοδιόρθωσή του στο όραμα της εκ θεμελίων ανοικοδόμησης του κόσμου και του πολιτισμού. Συμφωνώ πως αυτό ενδέχεται να είναι μια ερμηνεία της σαντικής κοσμοδιόρθωσης – μα από πού προκύπτει πως αυτή η ερμηνεία τη δικαιώνει; Ούτε μπορώ να καταλάβω το πώς συνιστά «ελευθερία» από τη θρησκευτική σκλαβιά ο ευαγγελισμός της δύναμης που εκμηδενίζει, ως «φυσικό καθήκον», όποιον υπόκειται σ’ αυτήν.

Πολλοί διαβάζουν στο σαντικό κήρυγμα μια μπαρόκ παραβολή (ή ένα πλέγμα παραβολών) που έχει προφανή στόχο να αποσαθρώσει το υφιστάμενο ηθικό σύστημα (του καιρού του ή του κάθε καιρού). Σαφώς και αυτό ισχύει – μα εδώ (και αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο) έχουμε να μιλήσουμε για κειμενικά είδη: η παραβολή είναι λογοτεχνικό είδος, είναι αφήγηση – όταν γίνει πολιτικό πρόταγμα, ακυρώνεται.

Και βέβαια, ένα πολιτικό κήρυγμα δεν γίνεται να δικαιωθεί επειδή ήταν γέννημα των ιστορικών αναγκών του καιρού του (και ο αντισημιτισμός ήταν γέννημα των ιστορικών αναγκών πολλών κοινωνιών και πολλών καιρών: άρα δικαιώνεται το Mein Kampf;). Όπως όλες οι θεωρίες που βάζουν την Ιστορία ως επιχείρημα για τη διακήρυξη (ή την πράξη) της απανθρωπιάς, η οπτική αυτή παραπέμπει στην απαρχή του φασισμού – ή αποτελεί το κεντρικό επιχείρημα της απολογίας κάθε φασισμού.

Αντιθέτως, η τρίτη κατηγορία οπαδών του ντε Σαντ-ιεροκήρυκα αφήνει στην άκρη το πολιτικό και το ιστορικό άλλοθι και ντελαλίζει τον αφανισμό του άλλου ως ανθρώπινο μονόδρομο – δηλαδή δεν απολογείται για το φασισμό αλλά τον κηρύσσει ευθέως. Η οπτική αυτή συνήθως βάζει μπροστά τον ασυνάρτητο βερμπαλισμό που παρουσιάζεται ως «φιλοσοφικός λόγος» και είναι προϋπόθεση του ανορθολογισμού. Έτσι, πλέοντας στη θάλασσα της ασυναρτησίας, οι θιασώτες αυτής της οπτικής λένε, με αφορμή τον ντε Σαντ, πως «ο φόνος του άλλου είναι το Απώτατο Σημείο ανάδειξης του Είναι του» (συνήθως στα κείμενα αυτά πολλές λέξεις αρχίζουν με κεφαλαίο) – άρα «κάθε θεωρία φόνου είναι ανθρωπιστική».

Σύμφωνα μ’ αυτή την οπτική, το Άουσβιτς είναι πράξη ανθρωπιστική.
Διαβάζοντας ανάλογα κείμενα τυφλού ανορθολογισμού και πεπιεσμένης βλακείας (κάποια απ’ αυτά μάλιστα πλέον θεωρούνται «κλασικά» και απέκτησαν νέους οπαδούς που τα περιφέρουν ως ιερά σκεύη), σκέφτεται κανείς πως μαζί με τα όρια της ανθρώπινης σκέψης θα επεκτείνονται στο άπειρο και τα όρια της ανθρώπινης ηλιθιότητας: η ευήθεια αυτού του είδους (πέρα για πέρα άδικη για τον ντε Σαντ που, αν μη τι άλλο, δεν κενολογούσε εκ του ασφαλούς αλλά σπαράσσονταν στη φαντασιοκοπία του) είναι συχνά διασκεδαστική – όπως διασκεδαστικό είναι ένα μεγάλο κομμάτι τής (ώρες-ώρες εντυπωσιακά ευφάνταστης) ασυναρτησιολογίας που αυτοχαρακτηρίζεται με λογής (μεθοδικά ακατάληπτους) «φιλοσοφικούς» -ισμούς.

Συνοψίζω (που συχνά σημαίνει: επιμένω): όλοι (μα όλοι) οι ιεροκήρυκες κηρύττουν το θάνατο κι όσοι κάνουν τον ντε Σαντ πρόταγμα αφενός τον βάζουν στη μακριά λίστα του διακηρυγμένου κοσμοδιορθωτικού μίσους (κάπου ανάμεσα στο Malleus Maleficarum και το Mein Kampf) και αφετέρου παλεύουν να ακυρώσουν την κειμενική ένταση του φαντασιοκοπήματός του. Όποιος φοβάται τα μαστίγια δεν έχει να φοβηθεί από το κείμενο του ντε Σαντ (κι από κανέναν συγγραφέα) – έχει να φοβηθεί από το ντελάλισμα του ντε Σαντ (κι από όλους τους ντελάληδες). Έχει να σκιαχτεί από κάθε ντελάλισμα αυτών που θέλουν να τον οδηγήσουν, να τον ισιάξουν, να τον αναβαθμίσουν, να τον ελευθερώσουν.

Στα χέρια μας, στα χέρια του καθενός μας, απομένουν τα βιβλία.

Το παιχνίδι ονομάζεται: Ο καθένας μόνος του – σε μια γωνιά μ’ ένα βιβλίο.

terrapapers.com- ieri exetasi xristinon
 
[6. αλίμονο, είμαστε χριστιανοί]

Τα βιβλία δεν είναι ευαγγέλια. Οποιοδήποτε βιβλίο κι αν γίνει ευαγγέλιο σκοτώνει. Τα βιβλία είναι συναισθηματικές ανθοδέσμες – συχνά και συναισθηματικά κομφούζια. Τα βιβλία περιγράφουν αυτό που ποθούμε ή αυτό που φοβόμαστε – άρα κι αυτό που είμαστε. Τα βιβλία δεν είναι πρωτόκολλα θεραπείας – δεν εφαρμόζονται επί ανθρώπων. Ποτέ δε σκότωσαν οι λέξεις – σκοτώνουν τα παραγγέλματα. Επιμένω: κάθε παράγγελμα είναι το ίδιο παράγγελμα μιας έγερσης σε μιαν αυγή που πίνουμε μαύρο γάλα.

Μπορεί κανείς να μου πει (να μου φωνάξει): Μας λες τον πολιτικό φιλόσοφο/ιεροκήρυκα ντε Σαντ ντελαλισμένο αντιανθρωπιστή και οργανικά Χριστιανό, έναν ευαγγελιστή ενός στρατοπεδικού κόσμου – μα τελικά μήπως δεν κατέγραψε μια δική μας, κατάδική μας, φαντασίωση; Σκέψου πόσο μάς γοητεύει (έστω σταδιοποιημένη) η βία με την οποία ο ντε Σαντ έντυσε τη γκάβλα – πόσο σπουδαιότεροι νιώθουμε όταν κρατάμε μαστίγιο. Απαντάω: Και ποιος σάς είπε πως ο στρατοπεδικός κόσμος δεν είναι μια δική μας, κατάδική μας, φαντασίωση; Γιά σκεφτείτε πώς αλαλάζουμε στις παρελάσεις των όπλων, πόσο μάς γοητεύει η απαίσια Μάρσια της Αΐντας, πόσο μάς θέλγει ο τρόμος με τον οποίο ντύνει το θάνατο ο Πόου (και ο Λάβκραφτ και τόσοι άλλοι μετά απ’ αυτόν). Δεν είμαστε απαραίτητα συνειδητοί ναζί, μήτε και απαραίτητα θανατότρομοι. Δεν είμαστε απαραίτητα σαδιστές. Είμαστε (κρυφο) χριστιανοί.

Το προχωράω: Είμαστε χριστιανοί, θεόπληκτοι, δηλαδή άνθρωποι που λογαριάζονται (ακόμη κι από τους ίδιους τούς εαυτούς τους) ως κείμενοι υπό επιδιόρθωση (υπό βελτίωση), βαθύτατα εξαρτημένοι από μια εξουσιαστική οπτική του θανάτου. Πειστήκαμε πως οι άνθρωποι φτιάχτηκαν για να τυραννούνε τους ανθρώπους. Λογαριάζουμε το θάνατο ως τρόμο, ως τιμωρία, ω ς π τ ώ σ η – λογαριάζουμε τη γκάβλα ως κυριαρχία. Η σκοτεινή ρίζα του ολέθρου μας βρίσκεται στο παραμύθι της Γένεσης: κάποιος Πλάστης-Νταβατζής γυαλίστηκε να σηκώσει μαστίγιο και να δώσει εντολές – όποιος τον παράκουγε θα τιμωρούνταν.

Αν σκεφτόμασταν πως η γκάβλα είναι απελπισία, ακριβώς γιατί δε χρειάζεται ελπίδες και υποσχέσεις, αν σκεφτόμασταν πως ο θάνατος δεν είναι πτώση αλλά προϋπόθεση για να γκαβλώνουμε, άρα πως είναι κομμάτι του ανθρώπινου σπαρταρίσματός μας, στην τελική σημαντικό κομμάτι ζωής, ίσως (να τονιστεί: ίσως) να ήταν μπορετό ν’ αφήσουμε στην άκρη το μαστίγιο, ίσως να ήταν βολετό να νιώσουμε (ή να περιγράψουμε) τη γκάβλα ως κάτι που δε διδάσκεται και δεν έχει τη ρίζα του στην ενοχή. Επιμένω: η γκάβλα δεν μπορεί να γίνει διδαχή. Είναι προφανές πως μιλάω μόνο με τον εαυτό μου (δηλαδή: όποιος με πιστέψει θα με καταστρέψει) και, ναι, μιλάω για τα μελένια λεμόνια (που τα ονειρεύεται ο καθένας μοναχός του). Άρα ας το πω κάπως σωστότερα: μιλάω μόνο για τον εαυτό μου και μιλάω και για τα μελένια λεμόνια μου.

Κάποτε οι άνθρωποι επινόησαν το τραγικό (ή: κατέφυγαν στο τραγικό) για να ισορροπήσουν τη ματαιότητα τους. Εντέλει αυτό είναι (αυτό παραμένει) το πρόβλημα του έρωτά μας: ο διαρκώς επερχόμενος θάνατός μας. Αν τον πασπαλίσουμε με την ψευτιά της σωτηρίας, ίσως να γίνει κάπως γλυκότερος – κι εμείς θα έχουμε τελειώσει τα προβλήματά μας βάζοντας στο στόμα το κουφέτο, ένα κουφέτο αποδοχής πως κάτι μάς λείπει.

Αν πάλι εννοήσουμε το θάνατο ως χαμό, τότε έχουμε να διαλέξουμε: ο χαμός μπορεί να είναι πτώση, μπορεί να είναι και έλξη. Μα τούτο το δεύτερο θα προϋπέθετε να φανταστούμε τι δάγκωσε η Εύα σ’ εκείνο το παραμύθι της Γένεσης: τη γεύση του κόκκινου μήλου, την αίσθηση της δαγκωμασιάς, το γαίμα στο στόμα, την αφή του σμιξίματος με το φίδι.

Και το ερώτημα κόβει σαν το ξυράφι: Πόσοι διαλέγουν να ζούνε δίχως να κρατούνε μαστίγιο; Απαντάμε κουνώντας το κεφάλι, σηκώνοντας τους ώμους, θαρρείς να λέμε πως δεν προλαβαίνουμε – ουσιαστικά παραδεχόμαστε πως είμαστε άνθρωποι «πλασμένοι για να πυροβολούν μες το μουνί των γυναικών».

Κι όσο ο φόβος παιδαγωγεί, όσο η ματαιότητα είναι κατάρα, όσο ο θάνατός μας είναι μια τιμωρία, όσο η ηδονή είναι αμαρτία, κι όσο το τρεμάμενο σώμα μας παραμένει ζυγισμένο παρεπόμενο μιας διανοητικής παλάντζας, τέτοιοι θα είμαστε, χριστιανοί, φανεροί ή κρυφοί, με το μαστίγιο στο χέρι για να (επι)ζήσουμε, με το μαστίγιο στο χέρι για να αγαπήσουμε.

πηγή: @Θανάσης Τριαρίδης / 2008
 
Back To Top
Copyright © 2015 Τυραννόσαυρος. ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ | Sitemap | Designed By Lady Temptress